Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ξενυχτάω — to stay up late; to stay awake all night.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ξενυχτάω, ξενυχτώ |
| εσύ — you | ξενυχτάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ξενυχτάει, ξενυχτά |
| εμείς — we | ξενυχτάμε, ξενυχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ξενυχτάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ξενυχτάν(ε), ξενυχτούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ξενυχτούσα, ξενύχταγα |
| εσύ — you | ξενυχτούσες, ξενύχταγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ξενυχτούσε, ξενύχταγε |
| εμείς — we | ξενυχτούσαμε, ξενυχτάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ξενυχτούσατε, ξενυχτάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ξενυχτούσαν(ε), ξενύχταγαν, ξενυχτάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ξενύχτησα |
| εσύ — you | ξενύχτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ξενύχτησε |
| εμείς — we | ξενυχτήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ξενυχτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ξενύχτησαν, ξενυχτήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ξενυχτήσει |
| εσύ — you | έχεις ξενυχτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ξενυχτήσει |
| εμείς — we | έχουμε ξενυχτήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ξενυχτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ξενυχτήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ξενυχτήσει |
| εσύ — you | είχες ξενυχτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ξενυχτήσει |
| εμείς — we | είχαμε ξενυχτήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ξενυχτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ξενυχτήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ξενυχτάω, θα ξενυχτώ |
| εσύ — you | θα ξενυχτάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ξενυχτάει, θα ξενυχτά |
| εμείς — we | θα ξενυχτάμε, θα ξενυχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ξενυχτάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ξενυχτάν(ε), θα ξενυχτούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ξενυχτήσω |
| εσύ — you | θα ξενυχτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ξενυχτήσει |
| εμείς — we | θα ξενυχτήσουμε, θα ξενυχτήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ξενυχτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ξενυχτήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ξενυχτήσει |
| εσύ — you | θα έχεις ξενυχτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ξενυχτήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε ξενυχτήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ξενυχτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ξενυχτήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ξενυχτάω, να ξενυχτώ |
| εσύ — you | να ξενυχτάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ξενυχτάει, να ξενυχτά |
| εμείς — we | να ξενυχτάμε, να ξενυχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ξενυχτάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ξενυχτάν(ε), να ξενυχτούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ξενυχτήσω |
| εσύ — you | να ξενυχτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ξενυχτήσει |
| εμείς — we | να ξενυχτήσουμε, να ξενυχτήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ξενυχτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ξενυχτήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ξενυχτήσει |
| εσύ — you | να έχεις ξενυχτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ξενυχτήσει |
| εμείς — we | να έχουμε ξενυχτήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ξενυχτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ξενυχτήσει |
Imperative · Προστακτική
ξενύχτα, ξενύχταγε / ξενυχτάτε
Simple: ξενύχτησε (εσύ); ξενυχτήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Ξενυχτάω / ξενυχτώ describes staying awake late or through the night; with an object it can mean keeping someone awake. Ξενυχτισμένος describes someone affected by a sleepless night.
Ξενύχτησα διαβάζοντας.
I stayed up all night studying.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ξενυχτάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ksenuxtao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ksenuxtao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.