Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ξεπλένω — to rinse

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ξεπλένω — to rinse.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξεπλένω ξεπλένομαι
εσύ — you ξεπλένεις ξεπλένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξεπλένει ξεπλένεται
εμείς — we ξεπλένουμε, ξεπλένομε ξεπλενόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ξεπλένετε ξεπλένεστε, ξεπλενόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξεπλένουν(ε) ξεπλένονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξέπλενα ξεπλενόμουν(α)
εσύ — you ξέπλενες ξεπλενόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξέπλενε ξεπλενόταν(ε)
εμείς — we ξεπλέναμε ξεπλενόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ξεπλένατε ξεπλενόσαστε, ξεπλενόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξέπλεναν, ξεπλέναν(ε) ξεπλένονταν, ξεπλενόντανε, ξεπλενόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξέπλυνα ξεπλύθηκα
εσύ — you ξέπλυνες ξεπλύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξέπλυνε ξεπλύθηκε
εμείς — we ξεπλύναμε ξεπλυθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ξεπλύνατε ξεπλυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξέπλυναν, ξεπλύναν(ε) ξεπλύθηκαν, ξεπλυθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ξεπλύνει έχω ξεπλυθεί
εσύ — you έχεις ξεπλύνει έχεις ξεπλυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ξεπλύνει έχει ξεπλυθεί
εμείς — we έχουμε ξεπλύνει έχουμε ξεπλυθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ξεπλύνει έχετε ξεπλυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ξεπλύνει έχουν ξεπλυθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ξεπλύνει είχα ξεπλυθεί
εσύ — you είχες ξεπλύνει είχες ξεπλυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ξεπλύνει είχε ξεπλυθεί
εμείς — we είχαμε ξεπλύνει είχαμε ξεπλυθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ξεπλύνει είχατε ξεπλυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ξεπλύνει είχαν ξεπλυθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξεπλένω θα ξεπλένομαι
εσύ — you θα ξεπλένεις θα ξεπλένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξεπλένει θα ξεπλένεται
εμείς — we θα ξεπλένουμε, θα ξεπλένομε θα ξεπλενόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ξεπλένετε θα ξεπλένεστε, θα ξεπλενόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξεπλένουν(ε) θα ξεπλένονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξεπλύνω θα ξεπλυθώ
εσύ — you θα ξεπλύνεις θα ξεπλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξεπλύνει θα ξεπλυθεί
εμείς — we θα ξεπλύνουμε, θα ξεπλύνομε θα ξεπλυθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ξεπλύνετε θα ξεπλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξεπλύνουν(ε) θα ξεπλυθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ξεπλύνει θα έχω ξεπλυθεί
εσύ — you θα έχεις ξεπλύνει θα έχεις ξεπλυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ξεπλύνει θα έχει ξεπλυθεί
εμείς — we θα έχουμε ξεπλύνει θα έχουμε ξεπλυθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ξεπλύνει θα έχετε ξεπλυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ξεπλύνει θα έχουν ξεπλυθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξεπλένω να ξεπλένομαι
εσύ — you να ξεπλένεις να ξεπλένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξεπλένει να ξεπλένεται
εμείς — we να ξεπλένουμε, να ξεπλένομε να ξεπλενόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ξεπλένετε να ξεπλένεστε, να ξεπλενόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξεπλένουν(ε) να ξεπλένονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξεπλύνω να ξεπλυθώ
εσύ — you να ξεπλύνεις να ξεπλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξεπλύνει να ξεπλυθεί
εμείς — we να ξεπλύνουμε, να ξεπλύνομε να ξεπλυθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ξεπλύνετε να ξεπλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξεπλύνουν(ε) να ξεπλυθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ξεπλύνει να έχω ξεπλυθεί
εσύ — you να έχεις ξεπλύνει να έχεις ξεπλυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ξεπλύνει να έχει ξεπλυθεί
εμείς — we να έχουμε ξεπλύνει να έχουμε ξεπλυθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ξεπλύνει να έχετε ξεπλυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ξεπλύνει να έχουν ξεπλυθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ξέπλενε ξεπλένετε — —
Simple ξέπλυνε ξεπλύνετε, ξεπλύντε ξεπλύσου ξεπλυθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The continuing stem is ξεπλεν-; the perfective stem is ξεπλυν-: ξέπλενα / ξέπλυνα, ξεπλένω / ξεπλύνω. Ξεπλυμένος describes something rinsed or washed out.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ξέπλυνε καλά τα λαχανικά.

Rinse the vegetables well.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ξεπλένω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ksepleno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ksepleno/