Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

χειρουργώ — to operate on; perform surgery

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

χειρουργώ — to operate on; perform surgery.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χειρουργώ χειρουργούμαι
εσύ — you χειρουργείς χειρουργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χειρουργεί χειρουργείται
εμείς — we χειρουργούμε χειρουργούμαστε
εσείς — you (plural / polite) χειρουργείτε χειρουργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χειρουργούν(ε) χειρουργούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χειρουργούσα χειρουργούμουν
εσύ — you χειρουργούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χειρουργούσε χειρουργούνταν, χειρουργείτο
εμείς — we χειρουργούσαμε χειρουργούμασταν
εσείς — you (plural / polite) χειρουργούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they χειρουργούσαν(ε) χειρουργούνταν, χειρουργούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χειρούργησα χειρουργήθηκα
εσύ — you χειρούργησες χειρουργήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χειρούργησε χειρουργήθηκε
εμείς — we χειρουργήσαμε χειρουργηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) χειρουργήσατε χειρουργηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χειρούργησαν, χειρουργήσαν(ε) χειρουργήθηκαν, χειρουργηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω χειρουργήσει έχω χειρουργηθεί
εσύ — you έχεις χειρουργήσει έχεις χειρουργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει χειρουργήσει έχει χειρουργηθεί
εμείς — we έχουμε χειρουργήσει έχουμε χειρουργηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε χειρουργήσει έχετε χειρουργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν χειρουργήσει έχουν χειρουργηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα χειρουργήσει είχα χειρουργηθεί
εσύ — you είχες χειρουργήσει είχες χειρουργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε χειρουργήσει είχε χειρουργηθεί
εμείς — we είχαμε χειρουργήσει είχαμε χειρουργηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε χειρουργήσει είχατε χειρουργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν χειρουργήσει είχαν χειρουργηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χειρουργώ θα χειρουργούμαι
εσύ — you θα χειρουργείς θα χειρουργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χειρουργεί θα χειρουργείται
εμείς — we θα χειρουργούμε θα χειρουργούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα χειρουργείτε θα χειρουργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χειρουργούν(ε) θα χειρουργούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χειρουργήσω θα χειρουργηθώ
εσύ — you θα χειρουργήσεις θα χειρουργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χειρουργήσει θα χειρουργηθεί
εμείς — we θα χειρουργήσουμε θα χειρουργηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα χειρουργήσετε θα χειρουργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χειρουργήσουν(ε) θα χειρουργηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω χειρουργήσει θα έχω χειρουργηθεί
εσύ — you θα έχεις χειρουργήσει θα έχεις χειρουργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει χειρουργήσει θα έχει χειρουργηθεί
εμείς — we θα έχουμε χειρουργήσει θα έχουμε χειρουργηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε χειρουργήσει θα έχετε χειρουργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν χειρουργήσει θα έχουν χειρουργηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χειρουργώ να χειρουργούμαι
εσύ — you να χειρουργείς να χειρουργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χειρουργεί να χειρουργείται
εμείς — we να χειρουργούμε να χειρουργούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να χειρουργείτε να χειρουργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χειρουργούν(ε) να χειρουργούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χειρουργήσω να χειρουργηθώ
εσύ — you να χειρουργήσεις να χειρουργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χειρουργήσει να χειρουργηθεί
εμείς — we να χειρουργήσουμε, να χειρουργήσομε να χειρουργηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να χειρουργήσετε να χειρουργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χειρουργήσουν(ε) να χειρουργηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω χειρουργήσει να έχω χειρουργηθεί
εσύ — you να έχεις χειρουργήσει να έχεις χειρουργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει χειρουργήσει να έχει χειρουργηθεί
εμείς — we να έχουμε χειρουργήσει να έχουμε χειρουργηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε χειρουργήσει να έχετε χειρουργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν χειρουργήσει να έχουν χειρουργηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous plural: χειρουργείτε.

Simple: χειρούργησε (εσύ); χειρουργήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active describes the surgeon operating on a patient. χειρουργούμαι means undergoing an operation; χειρουργημένος, -η, -ο describes someone who has been operated on. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Χειρουργήθηκε χθες.

She had an operation yesterday.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χειρουργώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xeirourgo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /xeirourgo/