Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χειρουργώ — to operate on; perform surgery.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χειρουργώ | χειρουργούμαι |
| εσύ — you | χειρουργείς | χειρουργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χειρουργεί | χειρουργείται |
| εμείς — we | χειρουργούμε | χειρουργούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χειρουργείτε | χειρουργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χειρουργούν(ε) | χειρουργούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χειρουργούσα | χειρουργούμουν |
| εσύ — you | χειρουργούσες | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χειρουργούσε | χειρουργούνταν, χειρουργείτο |
| εμείς — we | χειρουργούσαμε | χειρουργούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χειρουργούσατε | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χειρουργούσαν(ε) | χειρουργούνταν, χειρουργούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χειρούργησα | χειρουργήθηκα |
| εσύ — you | χειρούργησες | χειρουργήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χειρούργησε | χειρουργήθηκε |
| εμείς — we | χειρουργήσαμε | χειρουργηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χειρουργήσατε | χειρουργηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χειρούργησαν, χειρουργήσαν(ε) | χειρουργήθηκαν, χειρουργηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χειρουργήσει | έχω χειρουργηθεί |
| εσύ — you | έχεις χειρουργήσει | έχεις χειρουργηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χειρουργήσει | έχει χειρουργηθεί |
| εμείς — we | έχουμε χειρουργήσει | έχουμε χειρουργηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χειρουργήσει | έχετε χειρουργηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χειρουργήσει | έχουν χειρουργηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χειρουργήσει | είχα χειρουργηθεί |
| εσύ — you | είχες χειρουργήσει | είχες χειρουργηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χειρουργήσει | είχε χειρουργηθεί |
| εμείς — we | είχαμε χειρουργήσει | είχαμε χειρουργηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χειρουργήσει | είχατε χειρουργηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χειρουργήσει | είχαν χειρουργηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χειρουργώ | θα χειρουργούμαι |
| εσύ — you | θα χειρουργείς | θα χειρουργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χειρουργεί | θα χειρουργείται |
| εμείς — we | θα χειρουργούμε | θα χειρουργούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χειρουργείτε | θα χειρουργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χειρουργούν(ε) | θα χειρουργούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χειρουργήσω | θα χειρουργηθώ |
| εσύ — you | θα χειρουργήσεις | θα χειρουργηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χειρουργήσει | θα χειρουργηθεί |
| εμείς — we | θα χειρουργήσουμε | θα χειρουργηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χειρουργήσετε | θα χειρουργηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χειρουργήσουν(ε) | θα χειρουργηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χειρουργήσει | θα έχω χειρουργηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις χειρουργήσει | θα έχεις χειρουργηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χειρουργήσει | θα έχει χειρουργηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χειρουργήσει | θα έχουμε χειρουργηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χειρουργήσει | θα έχετε χειρουργηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χειρουργήσει | θα έχουν χειρουργηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χειρουργώ | να χειρουργούμαι |
| εσύ — you | να χειρουργείς | να χειρουργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χειρουργεί | να χειρουργείται |
| εμείς — we | να χειρουργούμε | να χειρουργούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χειρουργείτε | να χειρουργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χειρουργούν(ε) | να χειρουργούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χειρουργήσω | να χειρουργηθώ |
| εσύ — you | να χειρουργήσεις | να χειρουργηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χειρουργήσει | να χειρουργηθεί |
| εμείς — we | να χειρουργήσουμε, να χειρουργήσομε | να χειρουργηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χειρουργήσετε | να χειρουργηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χειρουργήσουν(ε) | να χειρουργηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χειρουργήσει | να έχω χειρουργηθεί |
| εσύ — you | να έχεις χειρουργήσει | να έχεις χειρουργηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χειρουργήσει | να έχει χειρουργηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε χειρουργήσει | να έχουμε χειρουργηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χειρουργήσει | να έχετε χειρουργηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χειρουργήσει | να έχουν χειρουργηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous plural: χειρουργείτε.
Simple: χειρούργησε (εσύ); χειρουργήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The active describes the surgeon operating on a patient. χειρουργούμαι means undergoing an operation; χειρουργημένος, -η, -ο describes someone who has been operated on. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Χειρουργήθηκε χθες.
She had an operation yesterday.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χειρουργώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xeirourgo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xeirourgo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.