Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χύνω — to pour; spill.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χύνω | χύνομαι |
| εσύ — you | χύνεις | χύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χύνει | χύνεται |
| εμείς — we | χύνουμε, χύνομε | χυνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χύνετε | χύνεστε, χυνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χύνουν(ε) | χύνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχυνα | χυνόμουν(α) |
| εσύ — you | έχυνες | χυνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχυνε | χυνόταν(ε) |
| εμείς — we | χύναμε | χυνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χύνατε | χυνόσαστε, χυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχυναν, χύναν(ε) | χύνονταν, χυνόντανε, χυνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχυσα | χύθηκα |
| εσύ — you | έχυσες | χύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχυσε | χύθηκε |
| εμείς — we | χύσαμε | χυθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χύσατε | χυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχυσαν, χύσαν(ε) | χύθηκαν, χυθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χύσει | έχω χυθεί |
| εσύ — you | έχεις χύσει | έχεις χυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χύσει | έχει χυθεί |
| εμείς — we | έχουμε χύσει | έχουμε χυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χύσει | έχετε χυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χύσει | έχουν χυθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χύσει | είχα χυθεί |
| εσύ — you | είχες χύσει | είχες χυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χύσει | είχε χυθεί |
| εμείς — we | είχαμε χύσει | είχαμε χυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χύσει | είχατε χυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χύσει | είχαν χυθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χύνω | θα χύνομαι |
| εσύ — you | θα χύνεις | θα χύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χύνει | θα χύνεται |
| εμείς — we | θα χύνουμε | θα χυνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χύνετε | θα χύνεστε, θα χυνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χύνουν | θα χύνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χύσω | θα χυθώ |
| εσύ — you | θα χύσεις | θα χυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χύσει | θα χυθεί |
| εμείς — we | θα χύσουμε | θα χυθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χύσετε | θα χυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χύσουν | θα χυθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χύσει | θα έχω χυθεί |
| εσύ — you | θα έχεις χύσει | θα έχεις χυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χύσει | θα έχει χυθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χύσει | θα έχουμε χυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χύσει | θα έχετε χυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χύσει | θα έχουν χυθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χύνω | να χύνομαι |
| εσύ — you | να χύνεις | να χύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χύνει | να χύνεται |
| εμείς — we | να χύνουμε | να χυνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χύνετε | να χύνεστε, να χυνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χύνουν | να χύνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χύσω | να χυθώ |
| εσύ — you | να χύσεις | να χυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χύσει | να χυθεί |
| εμείς — we | να χύσουμε | να χυθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χύσετε | να χυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χύσουν | να χυθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χύσει | να έχω χυθεί |
| εσύ — you | να έχεις χύσει | να έχεις χυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χύσει | να έχει χυθεί |
| εμείς — we | να έχουμε χύσει | να έχουμε χυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χύσει | να έχετε χυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χύσει | να έχουν χυθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χύνε (εσύ), χύνετε (εσείς).
Simple: χύσε (εσύ); χύστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Can mean pouring deliberately or spilling accidentally. χύνομαι often describes a liquid spilling or flowing out. -χέω is a learned stem in related compounds, not another first-person form of χύνω. χυμένος, -η, -ο means poured or spilled.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Έχυσα κατά λάθος τον καφέ.
I accidentally spilled the coffee.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χύνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.