Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χώνω — to push in; stuff; tuck.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χώνω | χώνομαι |
| εσύ — you | χώνεις | χώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χώνει | χώνεται |
| εμείς — we | χώνουμε, χώνομε | χωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χώνετε | χώνεστε, χωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χώνουν(ε) | χώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχωνα | χωνόμουν(α) |
| εσύ — you | έχωνες | χωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχωνε | χωνόταν(ε) |
| εμείς — we | χώναμε | χωνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χώνατε | χωνόσαστε, χωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχωναν, χώναν(ε) | χώνονταν, χωνόντανε, χωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχωσα | χώθηκα |
| εσύ — you | έχωσες | χώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχωσε | χώθηκε |
| εμείς — we | χώσαμε | χωθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χώσατε | χωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχωσαν, χώσαν(ε) | χώθηκαν, χωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χώσει | έχω χωθεί |
| εσύ — you | έχεις χώσει | έχεις χωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χώσει | έχει χωθεί |
| εμείς — we | έχουμε χώσει | έχουμε χωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χώσει | έχετε χωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χώσει | έχουν χωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χώσει | είχα χωθεί |
| εσύ — you | είχες χώσει | είχες χωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χώσει | είχε χωθεί |
| εμείς — we | είχαμε χώσει | είχαμε χωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χώσει | είχατε χωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χώσει | είχαν χωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χώνω | θα χώνομαι |
| εσύ — you | θα χώνεις | θα χώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χώνει | θα χώνεται |
| εμείς — we | θα χώνουμε, θα χώνομε | θα χωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χώνετε | θα χώνεστε, θα χωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χώνουν(ε) | θα χώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χώσω | θα χωθώ |
| εσύ — you | θα χώσεις | θα χωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χώσει | θα χωθεί |
| εμείς — we | θα χώσουμε, θα χώσομε | θα χωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χώσετε | θα χωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χώσουν | θα χωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χώσει | θα έχω χωθεί |
| εσύ — you | θα έχεις χώσει | θα έχεις χωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χώσει | θα έχει χωθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χώσει | θα έχουμε χωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χώσει | θα έχετε χωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χώσει | θα έχουν χωθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χώνω | να χώνομαι |
| εσύ — you | να χώνεις | να χώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χώνει | να χώνεται |
| εμείς — we | να χώνουμε, να χώνομε | να χωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χώνετε | να χώνεστε, να χωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χώνουν(ε) | να χώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χώσω | να χωθώ |
| εσύ — you | να χώσεις | να χωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χώσει | να χωθεί |
| εμείς — we | να χώσουμε, να χώσομε | να χωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χώσετε | να χωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χώσουν(ε) | να χωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χώσει | να έχω χωθεί |
| εσύ — you | να έχεις χώσει | να έχεις χωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χώσει | να έχει χωθεί |
| εμείς — we | να έχουμε χώσει | να έχουμε χωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χώσει | να έχετε χωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χώσει | να έχουν χωθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χώνε (εσύ), χώνετε (εσείς). Middle: χώσου, χωθείτε.
Simple: χώσε (εσύ); χώστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Used for pushing or tucking something into a space. χώνομαι can mean squeezing into a place or intruding into a situation. χωμένος, -η, -ο describes something tucked, buried or hidden inside.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Έχωσε τα χέρια στις τσέπες του.
He put his hands into his pockets.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.