Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

χαρίζω — to give as a gift

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

χαρίζω — to give as a gift; grant.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαρίζω χαρίζομαι
εσύ — you χαρίζεις χαρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαρίζει χαρίζεται
εμείς — we χαρίζουμε, χαρίζομε χαριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) χαρίζετε χαρίζεστε, χαριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαρίζουν(ε) χαρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χάριζα χαριζόμουν(α)
εσύ — you χάριζες χαριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χάριζε χαριζόταν(ε)
εμείς — we χαρίζαμε χαριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) χαρίζατε χαριζόσαστε, χαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they χάριζαν, χαρίζαν(ε) χαρίζονταν, χαριζόντανε, χαριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χάρισα χαρίστηκα
εσύ — you χάρισες χαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χάρισε χαρίστηκε
εμείς — we χαρίσαμε χαριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) χαρίσατε χαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χάρισαν, χαρίσαν(ε) χαρίστηκαν, χαριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω χαρίσει έχω χαριστεί
εσύ — you έχεις χαρίσει έχεις χαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει χαρίσει έχει χαριστεί
εμείς — we έχουμε χαρίσει έχουμε χαριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε χαρίσει έχετε χαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν χαρίσει έχουν χαριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα χαρίσει είχα χαριστεί
εσύ — you είχες χαρίσει είχες χαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε χαρίσει είχε χαριστεί
εμείς — we είχαμε χαρίσει είχαμε χαριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε χαρίσει είχατε χαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν χαρίσει είχαν χαριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαρίζω θα χαρίζομαι
εσύ — you θα χαρίζεις θα χαρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαρίζει θα χαρίζεται
εμείς — we θα χαρίζουμε, θα χαρίζομε θα χαριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα χαρίζετε θα χαρίζεστε, θα χαριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαρίζουν(ε) θα χαρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαρίσω θα χαριστώ
εσύ — you θα χαρίσεις θα χαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαρίσει θα χαριστεί
εμείς — we θα χαρίσουμε, θα χαρίσομε θα χαριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα χαρίσετε θα χαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαρίσουν(ε) θα χαριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω χαρίσει θα έχω χαριστεί
εσύ — you θα έχεις χαρίσει θα έχεις χαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει χαρίσει θα έχει χαριστεί
εμείς — we θα έχουμε χαρίσει θα έχουμε χαριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε χαρίσει θα έχετε χαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν χαρίσει θα έχουν χαριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαρίζω να χαρίζομαι
εσύ — you να χαρίζεις να χαρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαρίζει να χαρίζεται
εμείς — we να χαρίζουμε, να χαρίζομε να χαριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να χαρίζετε να χαρίζεστε, να χαριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαρίζουν(ε) να χαρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαρίσω να χαριστώ
εσύ — you να χαρίσεις να χαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαρίσει να χαριστεί
εμείς — we να χαρίσουμε, να χαρίσομε να χαριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να χαρίσετε να χαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαρίσουν(ε) να χαριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω χαρίσει να έχω χαριστεί
εσύ — you να έχεις χαρίσει να έχεις χαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει χαρίσει να έχει χαριστεί
εμείς — we να έχουμε χαρίσει να έχουμε χαριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε χαρίσει να έχετε χαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν χαρίσει να έχουν χαριστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: χάριζε (εσύ), χαρίζετε (εσείς).

Simple: χάρισε (εσύ); χαρίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Use χαρίζω κάτι σε κάποιον for giving someone a gift. χαρίζομαι σε can mean showing someone favour or leniency, besides being given away. χαρισμένος, -η, -ο means given as a gift.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μου χάρισε ένα βιβλίο.

She gave me a book as a gift.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xarizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /xarizo/