Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χαρίζω — to give as a gift; grant.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαρίζω | χαρίζομαι |
| εσύ — you | χαρίζεις | χαρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαρίζει | χαρίζεται |
| εμείς — we | χαρίζουμε, χαρίζομε | χαριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαρίζετε | χαρίζεστε, χαριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαρίζουν(ε) | χαρίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χάριζα | χαριζόμουν(α) |
| εσύ — you | χάριζες | χαριζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χάριζε | χαριζόταν(ε) |
| εμείς — we | χαρίζαμε | χαριζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χαρίζατε | χαριζόσαστε, χαριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χάριζαν, χαρίζαν(ε) | χαρίζονταν, χαριζόντανε, χαριζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χάρισα | χαρίστηκα |
| εσύ — you | χάρισες | χαρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χάρισε | χαρίστηκε |
| εμείς — we | χαρίσαμε | χαριστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαρίσατε | χαριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χάρισαν, χαρίσαν(ε) | χαρίστηκαν, χαριστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χαρίσει | έχω χαριστεί |
| εσύ — you | έχεις χαρίσει | έχεις χαριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χαρίσει | έχει χαριστεί |
| εμείς — we | έχουμε χαρίσει | έχουμε χαριστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χαρίσει | έχετε χαριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χαρίσει | έχουν χαριστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χαρίσει | είχα χαριστεί |
| εσύ — you | είχες χαρίσει | είχες χαριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χαρίσει | είχε χαριστεί |
| εμείς — we | είχαμε χαρίσει | είχαμε χαριστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χαρίσει | είχατε χαριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χαρίσει | είχαν χαριστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαρίζω | θα χαρίζομαι |
| εσύ — you | θα χαρίζεις | θα χαρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαρίζει | θα χαρίζεται |
| εμείς — we | θα χαρίζουμε, θα χαρίζομε | θα χαριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαρίζετε | θα χαρίζεστε, θα χαριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαρίζουν(ε) | θα χαρίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαρίσω | θα χαριστώ |
| εσύ — you | θα χαρίσεις | θα χαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαρίσει | θα χαριστεί |
| εμείς — we | θα χαρίσουμε, θα χαρίσομε | θα χαριστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαρίσετε | θα χαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαρίσουν(ε) | θα χαριστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χαρίσει | θα έχω χαριστεί |
| εσύ — you | θα έχεις χαρίσει | θα έχεις χαριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χαρίσει | θα έχει χαριστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χαρίσει | θα έχουμε χαριστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χαρίσει | θα έχετε χαριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χαρίσει | θα έχουν χαριστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαρίζω | να χαρίζομαι |
| εσύ — you | να χαρίζεις | να χαρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαρίζει | να χαρίζεται |
| εμείς — we | να χαρίζουμε, να χαρίζομε | να χαριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαρίζετε | να χαρίζεστε, να χαριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαρίζουν(ε) | να χαρίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαρίσω | να χαριστώ |
| εσύ — you | να χαρίσεις | να χαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαρίσει | να χαριστεί |
| εμείς — we | να χαρίσουμε, να χαρίσομε | να χαριστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαρίσετε | να χαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαρίσουν(ε) | να χαριστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χαρίσει | να έχω χαριστεί |
| εσύ — you | να έχεις χαρίσει | να έχεις χαριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χαρίσει | να έχει χαριστεί |
| εμείς — we | να έχουμε χαρίσει | να έχουμε χαριστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χαρίσει | να έχετε χαριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χαρίσει | να έχουν χαριστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χάριζε (εσύ), χαρίζετε (εσείς).
Simple: χάρισε (εσύ); χαρίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Use χαρίζω κάτι σε κάποιον for giving someone a gift. χαρίζομαι σε can mean showing someone favour or leniency, besides being given away. χαρισμένος, -η, -ο means given as a gift.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Μου χάρισε ένα βιβλίο.
She gave me a book as a gift.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαρίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xarizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xarizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.