Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

χαράζω — to carve

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

χαράζω — to carve; engrave; mark out.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαράζω χαράζομαι
εσύ — you χαράζεις χαράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαράζει χαράζεται
εμείς — we χαράζουμε, χαράζομε χαραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) χαράζετε χαράζεστε, χαραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαράζουν(ε) χαράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χάραζα χαραζόμουν(α)
εσύ — you χάραζες χαραζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χάραζε χαραζόταν(ε)
εμείς — we χαράζαμε χαραζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) χαράζατε χαραζόσαστε, χαραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they χάραζαν, χαράζαν(ε) χαράζονταν, χαραζόντανε, χαραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χάραξα χαράχτηκα
εσύ — you χάραξες χαράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χάραξε χαράχτηκε
εμείς — we χαράξαμε χαραχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) χαράξατε χαραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χάραξαν, χαράξαν(ε) χαράχτηκαν, χαραχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω χαράξει έχω χαραχτεί
εσύ — you έχεις χαράξει έχεις χαραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει χαράξει έχει χαραχτεί
εμείς — we έχουμε χαράξει έχουμε χαραχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε χαράξει έχετε χαραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν χαράξει έχουν χαραχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα χαράξει είχα χαραχτεί
εσύ — you είχες χαράξει είχες χαραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε χαράξει είχε χαραχτεί
εμείς — we είχαμε χαράξει είχαμε χαραχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε χαράξει είχατε χαραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν χαράξει είχαν χαραχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαράζω θα χαράζομαι
εσύ — you θα χαράζεις θα χαράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαράζει θα χαράζεται
εμείς — we θα χαράζουμε, θα χαράζομε θα χαραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα χαράζετε θα χαράζεστε, θα χαραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαράζουν(ε) θα χαράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαράξω θα χαραχτώ
εσύ — you θα χαράξεις θα χαραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαράξει θα χαραχτεί
εμείς — we θα χαράξουμε, θα χαράξομε θα χαραχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα χαράξετε θα χαραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαράξουν(ε) θα χαραχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω χαράξει θα έχω χαραχτεί
εσύ — you θα έχεις χαράξει θα έχεις χαραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει χαράξει θα έχει χαραχτεί
εμείς — we θα έχουμε χαράξει θα έχουμε χαραχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε χαράξει θα έχετε χαραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν χαράξει θα έχουν χαραχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαράζω να χαράζομαι
εσύ — you να χαράζεις να χαράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαράζει να χαράζεται
εμείς — we να χαράζουμε, να χαράζομε να χαραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να χαράζετε να χαράζεστε, να χαραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαράζουν(ε) να χαράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαράξω να χαραχτώ
εσύ — you να χαράξεις να χαραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαράξει να χαραχτεί
εμείς — we να χαράξουμε, να χαράξομε να χαραχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να χαράξετε να χαραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαράξουν(ε) να χαραχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω χαράξει να έχω χαραχτεί
εσύ — you να έχεις χαράξει να έχεις χαραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει χαράξει να έχει χαραχτεί
εμείς — we να έχουμε χαράξει να έχουμε χαραχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε χαράξει να έχετε χαραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν χαράξει να έχουν χαραχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: χάραζε (εσύ), χαράζετε (εσείς).

Simple: χάραξε (εσύ); χαράξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for engraving a surface, tracing a line or planning a route. Impersonal χαράζει also means dawn is breaking; that meaning normally uses third-person active forms. χαραγμένος, -η, -ο means engraved or etched.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Χάραξε μια γραμμή στο ξύλο.

She scored a line in the wood.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαράζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xarazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /xarazo/