Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χαρακτηρίζω — to characterise; describe as.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαρακτηρίζω | χαρακτηρίζομαι |
| εσύ — you | χαρακτηρίζεις | χαρακτηρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαρακτηρίζει | χαρακτηρίζεται |
| εμείς — we | χαρακτηρίζουμε, χαρακτηρίζομε | χαρακτηριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαρακτηρίζετε | χαρακτηρίζεστε, χαρακτηριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαρακτηρίζουν(ε) | χαρακτηρίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαρακτήριζα | χαρακτηριζόμουν(α) |
| εσύ — you | χαρακτήριζες | χαρακτηριζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαρακτήριζε | χαρακτηριζόταν(ε) |
| εμείς — we | χαρακτηρίζαμε | χαρακτηριζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χαρακτηρίζατε | χαρακτηριζόσαστε, χαρακτηριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαρακτήριζαν, χαρακτηρίζαν(ε) | χαρακτηρίζονταν, χαρακτηριζόντανε, χαρακτηριζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαρακτήρισα | χαρακτηρίστηκα |
| εσύ — you | χαρακτήρισες | χαρακτηρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαρακτήρισε | χαρακτηρίστηκε |
| εμείς — we | χαρακτηρίσαμε | χαρακτηριστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαρακτηρίσατε | χαρακτηριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαρακτήρισαν, χαρακτηρίσαν(ε) | χαρακτηρίστηκαν, χαρακτηριστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χαρακτηρίσει | έχω χαρακτηριστεί |
| εσύ — you | έχεις χαρακτηρίσει | έχεις χαρακτηριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χαρακτηρίσει | έχει χαρακτηριστεί |
| εμείς — we | έχουμε χαρακτηρίσει | έχουμε χαρακτηριστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χαρακτηρίσει | έχετε χαρακτηριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χαρακτηρίσει | έχουν χαρακτηριστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χαρακτηρίσει | είχα χαρακτηριστεί |
| εσύ — you | είχες χαρακτηρίσει | είχες χαρακτηριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χαρακτηρίσει | είχε χαρακτηριστεί |
| εμείς — we | είχαμε χαρακτηρίσει | είχαμε χαρακτηριστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χαρακτηρίσει | είχατε χαρακτηριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χαρακτηρίσει | είχαν χαρακτηριστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαρακτηρίζω | θα χαρακτηρίζομαι |
| εσύ — you | θα χαρακτηρίζεις | θα χαρακτηρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαρακτηρίζει | θα χαρακτηρίζεται |
| εμείς — we | θα χαρακτηρίζουμε, θα χαρακτηρίζομε | θα χαρακτηριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαρακτηρίζετε | θα χαρακτηρίζεστε, θα χαρακτηριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαρακτηρίζουν(ε) | θα χαρακτηρίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαρακτηρίσω | θα χαρακτηριστώ |
| εσύ — you | θα χαρακτηρίσεις | θα χαρακτηριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαρακτηρίσει | θα χαρακτηριστεί |
| εμείς — we | θα χαρακτηρίσουμε, θα χαρακτηρίσομε | θα χαρακτηριστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαρακτηρίσετε | θα χαρακτηριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαρακτηρίσουν(ε) | θα χαρακτηριστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χαρακτηρίσει | θα έχω χαρακτηριστεί |
| εσύ — you | θα έχεις χαρακτηρίσει | θα έχεις χαρακτηριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χαρακτηρίσει | θα έχει χαρακτηριστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χαρακτηρίσει | θα έχουμε χαρακτηριστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χαρακτηρίσει | θα έχετε χαρακτηριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χαρακτηρίσει | θα έχουν χαρακτηριστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαρακτηρίζω | να χαρακτηρίζομαι |
| εσύ — you | να χαρακτηρίζεις | να χαρακτηρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαρακτηρίζει | να χαρακτηρίζεται |
| εμείς — we | να χαρακτηρίζουμε, να χαρακτηρίζομε | να χαρακτηριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαρακτηρίζετε | να χαρακτηρίζεστε, να χαρακτηριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαρακτηρίζουν(ε) | να χαρακτηρίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαρακτηρίσω | να χαρακτηριστώ |
| εσύ — you | να χαρακτηρίσεις | να χαρακτηριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαρακτηρίσει | να χαρακτηριστεί |
| εμείς — we | να χαρακτηρίσουμε, να χαρακτηρίσομε | να χαρακτηριστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαρακτηρίσετε | να χαρακτηριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαρακτηρίσουν(ε) | να χαρακτηριστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χαρακτηρίσει | να έχω χαρακτηριστεί |
| εσύ — you | να έχεις χαρακτηρίσει | να έχεις χαρακτηριστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χαρακτηρίσει | να έχει χαρακτηριστεί |
| εμείς — we | να έχουμε χαρακτηρίσει | να έχουμε χαρακτηριστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χαρακτηρίσει | να έχετε χαρακτηριστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χαρακτηρίσει | να έχουν χαρακτηριστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χαρακτήριζε (εσύ), χαρακτηρίζετε (εσείς).
Simple: χαρακτήρισε (εσύ); χαρακτηρίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Can mean being a characteristic of something or describing someone or something in a particular way. χαρακτηρίζομαι ως / από can mean being described as / characterised by. χαρακτηρισμένος, -η, -ο means designated or classified.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Χαρακτήρισε την απόφαση σημαντική.
She described the decision as important.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαρακτηρίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xaraktirizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xaraktirizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.