συμπληρώνω (symplirono) — to complete; fill in

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συμπληρώνω — to complete; fill in.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συμπληρώνω συμπληρώνομαι
εσύ — you συμπληρώνεις συμπληρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμπληρώνει συμπληρώνεται
εμείς — we συμπληρώνουμε, συμπληρώνομε συμπληρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συμπληρώνετε συμπληρώνεστε, συμπληρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμπληρώνουν(ε) συμπληρώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συμπλήρωνα συμπληρωνόμουν(α)
εσύ — you συμπλήρωνες συμπληρωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμπλήρωνε συμπληρωνόταν(ε)
εμείς — we συμπληρώναμε συμπληρωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συμπληρώνατε συμπληρωνόσαστε, συμπληρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμπλήρωναν, συμπληρώναν(ε) συμπληρώνονταν, συμπληρωνόντανε, συμπληρωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συμπλήρωσα συμπληρώθηκα
εσύ — you συμπλήρωσες συμπληρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμπλήρωσε συμπληρώθηκε
εμείς — we συμπληρώσαμε συμπληρωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συμπληρώσατε συμπληρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμπλήρωσαν, συμπληρώσαν(ε) συμπληρώθηκαν, συμπληρωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συμπληρώσει έχω συμπληρωθεί
εσύ — you έχεις συμπληρώσει έχεις συμπληρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συμπληρώσει έχει συμπληρωθεί
εμείς — we έχουμε συμπληρώσει έχουμε συμπληρωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συμπληρώσει έχετε συμπληρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συμπληρώσει έχουν συμπληρωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συμπληρώσει είχα συμπληρωθεί
εσύ — you είχες συμπληρώσει είχες συμπληρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συμπληρώσει είχε συμπληρωθεί
εμείς — we είχαμε συμπληρώσει είχαμε συμπληρωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συμπληρώσει είχατε συμπληρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συμπληρώσει είχαν συμπληρωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συμπληρώνω θα συμπληρώνομαι
εσύ — you θα συμπληρώνεις θα συμπληρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συμπληρώνει θα συμπληρώνεται
εμείς — we θα συμπληρώνουμε, θα συμπληρώνομε θα συμπληρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συμπληρώνετε θα συμπληρώνεστε, θα συμπληρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συμπληρώνουν(ε) θα συμπληρώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συμπληρώσω θα συμπληρωθώ
εσύ — you θα συμπληρώσεις θα συμπληρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συμπληρώσει θα συμπληρωθεί
εμείς — we θα συμπληρώσουμε, θα συμπληρώσομε θα συμπληρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συμπληρώσετε θα συμπληρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συμπληρώσουν θα συμπληρωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συμπληρώσει θα έχω συμπληρωθεί
εσύ — you θα έχεις συμπληρώσει θα έχεις συμπληρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συμπληρώσει θα έχει συμπληρωθεί
εμείς — we θα έχουμε συμπληρώσει θα έχουμε συμπληρωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συμπληρώσει θα έχετε συμπληρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συμπληρώσει θα έχουν συμπληρωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συμπληρώνω να συμπληρώνομαι
εσύ — you να συμπληρώνεις να συμπληρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συμπληρώνει να συμπληρώνεται
εμείς — we να συμπληρώνουμε, να συμπληρώνομε να συμπληρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συμπληρώνετε να συμπληρώνεστε, να συμπληρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συμπληρώνουν(ε) να συμπληρώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συμπληρώσω να συμπληρωθώ
εσύ — you να συμπληρώσεις να συμπληρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συμπληρώσει να συμπληρωθεί
εμείς — we να συμπληρώσουμε, να συμπληρώσομε να συμπληρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συμπληρώσετε να συμπληρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συμπληρώσουν(ε) να συμπληρωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συμπληρώσει να έχω συμπληρωθεί
εσύ — you να έχεις συμπληρώσει να έχεις συμπληρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συμπληρώσει να έχει συμπληρωθεί
εμείς — we να έχουμε συμπληρώσει να έχουμε συμπληρωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συμπληρώσει να έχετε συμπληρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συμπληρώσει να έχουν συμπληρωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: συμπλήρωνε (εσύ), συμπληρώνετε (εσείς).

Simple: συμπλήρωσε (εσύ); συμπληρώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Common with forms, missing information or a quantity made up to a total. συμπληρωμένος, -η, -ο means filled in or completed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Συμπληρώστε την αίτηση.

Fill in the application form.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συμπληρώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/symplirono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /symplirono/