συμπλέκω (sympleko) — to intertwine; interlace

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συμπλέκω — to intertwine; interlace or combine closely. The middle can also mean clashing or coming to blows.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συμπλέκω συμπλέκομαι
εσύ — you συμπλέκεις συμπλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμπλέκει συμπλέκεται
εμείς — we συμπλέκουμε, συμπλέκομε συμπλεκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συμπλέκετε συμπλέκεστε, συμπλεκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμπλέκουν(ε) συμπλέκονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σύμπλεκα συμπλεκόμουν(α)
εσύ — you σύμπλεκες συμπλεκόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σύμπλεκε συμπλεκόταν(ε)
εμείς — we συμπλέκαμε συμπλεκόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συμπλέκατε συμπλεκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σύμπλεκαν, συμπλέκαν(ε) συμπλέκονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνέπλεξα συμπλέχτηκα
εσύ — you συνέπλεξες συμπλέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνέπλεξε συμπλέχτηκε
εμείς — we συμπλέξαμε συμπλεχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συμπλέξατε συμπλεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνέπλεξαν, συμπλέξαν(ε) συμπλέχτηκαν, συμπλεχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συμπλέξει έχω συμπλεχτεί
εσύ — you έχεις συμπλέξει έχεις συμπλεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συμπλέξει έχει συμπλεχτεί
εμείς — we έχουμε συμπλέξει έχουμε συμπλεχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συμπλέξει έχετε συμπλεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συμπλέξει έχουν συμπλεχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συμπλέξει είχα συμπλεχτεί
εσύ — you είχες συμπλέξει είχες συμπλεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συμπλέξει είχε συμπλεχτεί
εμείς — we είχαμε συμπλέξει είχαμε συμπλεχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συμπλέξει είχατε συμπλεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συμπλέξει είχαν συμπλεχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συμπλέκω θα συμπλέκομαι
εσύ — you θα συμπλέκεις θα συμπλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συμπλέκει θα συμπλέκεται
εμείς — we θα συμπλέκουμε, θα συμπλέκομε θα συμπλεκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συμπλέκετε θα συμπλέκεστε, θα συμπλεκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συμπλέκουν(ε) θα συμπλέκονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συμπλέξω θα συμπλεχτώ
εσύ — you θα συμπλέξεις θα συμπλεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συμπλέξει θα συμπλεχτεί
εμείς — we θα συμπλέξουμε, θα συμπλέξομε θα συμπλεχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συμπλέξετε θα συμπλεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συμπλέξουν(ε) θα συμπλεχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συμπλέξει θα έχω συμπλεχτεί
εσύ — you θα έχεις συμπλέξει θα έχεις συμπλεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συμπλέξει θα έχει συμπλεχτεί
εμείς — we θα έχουμε συμπλέξει θα έχουμε συμπλεχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συμπλέξει θα έχετε συμπλεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συμπλέξει θα έχουν συμπλεχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συμπλέκω να συμπλέκομαι
εσύ — you να συμπλέκεις να συμπλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συμπλέκει να συμπλέκεται
εμείς — we να συμπλέκουμε, να συμπλέκομε να συμπλεκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συμπλέκετε να συμπλέκεστε, να συμπλεκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συμπλέκουν(ε) να συμπλέκονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συμπλέξω να συμπλεχτώ
εσύ — you να συμπλέξεις να συμπλεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συμπλέξει να συμπλεχτεί
εμείς — we να συμπλέξουμε, να συμπλέξομε να συμπλεχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να συμπλέξετε να συμπλεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συμπλέξουν(ε) να συμπλεχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συμπλέξει να έχω συμπλεχτεί
εσύ — you να έχεις συμπλέξει να έχεις συμπλεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συμπλέξει να έχει συμπλεχτεί
εμείς — we να έχουμε συμπλέξει να έχουμε συμπλεχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συμπλέξει να έχετε συμπλεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συμπλέξει να έχουν συμπλεχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σύμπλεκε (εσύ), συμπλέκετε (εσείς).

Simple: σύμπλεξε (εσύ); συμπλέξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The passive tables consistently use συμπλέχτηκα / συμπλεχτώ / συμπλεχτεί. The learned θ series συμπλέχθηκα / συμπλεχθώ / συμπλεχθεί is also used.
  • For a clash, learned συνεπλάκη / συνεπλάκησαν and συμπλακώ / συμπλακεί are also encountered. These belong to a different passive series.
  • συμπλεγμένος, -η, -ο means intertwined or entangled.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Οι δύο ιστορίες συμπλέκονται.

The two stories intertwine.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συμπλέκω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sympleko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sympleko/