σταματάω (stamatao) — to stop

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σταματάω / σταματώ — to stop.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σταματάω, σταματώ
εσύ — you σταματάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σταματάει, σταματά
εμείς — we σταματάμε, σταματούμε
εσείς — you (plural / polite) σταματάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σταματάν(ε), σταματούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σταματούσα, σταμάταγα
εσύ — you σταματούσες, σταμάταγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σταματούσε, σταμάταγε
εμείς — we σταματούσαμε, σταματάγαμε
εσείς — you (plural / polite) σταματούσατε, σταματάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σταματούσαν(ε), σταμάταγαν, σταματάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σταμάτησα
εσύ — you σταμάτησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σταμάτησε
εμείς — we σταματήσαμε
εσείς — you (plural / polite) σταματήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σταμάτησαν, σταματήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σταματήσει
εσύ — you έχεις σταματήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σταματήσει
εμείς — we έχουμε σταματήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε σταματήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σταματήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σταματήσει
εσύ — you είχες σταματήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σταματήσει
εμείς — we είχαμε σταματήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε σταματήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σταματήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σταματάω, θα σταματώ
εσύ — you θα σταματάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σταματάει, θα σταματά
εμείς — we θα σταματάμε, θα σταματούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σταματάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σταματάν(ε), θα σταματούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σταματήσω
εσύ — you θα σταματήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σταματήσει
εμείς — we θα σταματήσουμε, θα σταματήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα σταματήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σταματήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σταματήσει
εσύ — you θα έχεις σταματήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σταματήσει
εμείς — we θα έχουμε σταματήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σταματήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σταματήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σταματάω, να σταματώ
εσύ — you να σταματάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σταματάει, να σταματά
εμείς — we να σταματάμε, να σταματούμε
εσείς — you (plural / polite) να σταματάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σταματάν(ε), να σταματούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σταματήσω
εσύ — you να σταματήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σταματήσει
εμείς — we να σταματήσουμε, να σταματήσομε
εσείς — you (plural / polite) να σταματήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σταματήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σταματήσει
εσύ — you να έχεις σταματήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σταματήσει
εμείς — we να έχουμε σταματήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σταματήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σταματήσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: σταμάτα (εσύ), σταματάτε (εσείς). The short command σταμάτα is very common.

Simple: σταμάτησε, σταμάτα (εσύ); σταματήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active can mean stopping oneself or stopping something else. σταματημένος, -η, -ο describes a stopped state; it is separate from the perfect έχω σταματήσει.

Το λεωφορείο σταμάτησε στη στάση.

The bus stopped at the bus stop.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σταματώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/stamatao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /stamatao/