σπέρνω (sperno) — to sow

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σπέρνω — to sow.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σπέρνω σπέρνομαι
εσύ — you σπέρνεις σπέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σπέρνει σπέρνεται
εμείς — we σπέρνουμε, σπέρνομε σπερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σπέρνετε σπέρνεστε, σπερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σπέρνουν(ε) σπέρνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσπερνα σπερνόμουν(α)
εσύ — you έσπερνες σπερνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσπερνε σπερνόταν(ε)
εμείς — we σπέρναμε σπερνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σπέρνατε σπερνόσαστε, σπερνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσπερναν, σπέρναν(ε) σπέρνονταν, σπερνόντανε, σπερνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσπειρα σπάρθηκα
εσύ — you έσπειρες σπάρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσπειρε σπάρθηκε
εμείς — we σπείραμε σπαρθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σπείρατε σπαρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσπειραν, σπείραν(ε) σπάρθηκαν, σπαρθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σπείρει έχω σπαρθεί
εσύ — you έχεις σπείρει έχεις σπαρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σπείρει έχει σπαρθεί
εμείς — we έχουμε σπείρει έχουμε σπαρθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σπείρει έχετε σπαρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σπείρει έχουν σπαρθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σπείρει είχα σπαρθεί
εσύ — you είχες σπείρει είχες σπαρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σπείρει είχε σπαρθεί
εμείς — we είχαμε σπείρει είχαμε σπαρθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σπείρει είχατε σπαρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σπείρει είχαν σπαρθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σπέρνω θα σπέρνομαι
εσύ — you θα σπέρνεις θα σπέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σπέρνει θα σπέρνεται
εμείς — we θα σπέρνουμε, θα σπέρνομε θα σπερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σπέρνετε θα σπέρνεστε, θα σπερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σπέρνουν(ε) θα σπέρνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σπείρω θα σπαρθώ
εσύ — you θα σπείρεις θα σπαρθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σπείρει θα σπαρθεί
εμείς — we θα σπείρουμε, θα σπείρομε θα σπαρθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σπείρετε θα σπαρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σπείρουν(ε) θα σπαρθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σπείρει θα έχω σπαρθεί
εσύ — you θα έχεις σπείρει θα έχεις σπαρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σπείρει θα έχει σπαρθεί
εμείς — we θα έχουμε σπείρει θα έχουμε σπαρθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σπείρει θα έχετε σπαρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σπείρει θα έχουν σπαρθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σπέρνω να σπέρνομαι
εσύ — you να σπέρνεις να σπέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σπέρνει να σπέρνεται
εμείς — we να σπέρνουμε, να σπέρνομε να σπερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σπέρνετε να σπέρνεστε, να σπερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σπέρνουν(ε) να σπέρνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σπείρω να σπαρθώ
εσύ — you να σπείρεις να σπαρθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σπείρει να σπαρθεί
εμείς — we να σπείρουμε, να σπείρομε να σπαρθούμε
εσείς — you (plural / polite) να σπείρετε να σπαρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σπείρουν(ε) να σπαρθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σπείρει να έχω σπαρθεί
εσύ — you να έχεις σπείρει να έχεις σπαρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σπείρει να έχει σπαρθεί
εμείς — we να έχουμε σπείρει να έχουμε σπαρθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σπείρει να έχετε σπαρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σπείρει να έχουν σπαρθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σπέρνε σπέρνετε — σπέρνεστε
Simple σπείρε σπείρετε, σπείρτε — σπαρθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The stems change: σπέρνω, έσπειρα, θα σπείρω; passive σπάρθηκα, θα σπαρθώ. Passive forms normally describe seeds or land, with figurative uses possible. σπαρμένος, -η, -ο means sown or scattered over an area.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έσπειραν σιτάρι στο χωράφι.

They sowed wheat in the field.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σπέρνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sperno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sperno/