Spazo

Spazo

 

ΣΠΑΖΩ
I break
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
σπάζω, σπάω σπάζουμε, σπάζομε σπάζομαι σπαζόμαστε
σπάζεις σπάζετε σπάζεσαι σπάζεστε, σπαζόσαστε
σπάζει σπάζουν(ε) σπάζεται σπάζονται
Imper
fect
έσπαζα σπάζαμε σπαζόμουν(α) σπαζόμαστε, σπαζόμασταν
έσπαζες σπάζατε σπαζόσουν(α) σπαζόσαστε, σπαζόσασταν
έσπαζε έσπαζαν, σπάζαν(ε) σπαζόταν(ε) σπάζονταν, σπαζόντανε, σπαζόντουσαν
Aorist έσπασα σπάσαμε σπάστηκα σπαστήκαμε
έσπασες σπάσατε σπάστηκες σπαστήκατε
έσπασε έσπασαν, σπάσαν(ε) σπάστηκε σπάστηκαν, σπαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σπάσει
έχω σπασμένο
έχουμε σπάσει
έχουμε σπασμένο
έχω σπαστεί
είμαι σπασμένος, -η
έχουμε σπαστεί
είμαστε σπασμένοι, -ες
έχεις σπάσει
έχεις σπασμένο
έχετε σπάσει
έχετε σπασμένο
έχεις σπαστεί
είσαι σπασμένος, -η
έχετε σπαστεί
είστε σπασμένοι, -ες
έχει σπάσει
έχει σπασμένο
έχουν σπάσει
έχουν σπασμένο
έχει σπαστεί
είναι σπασμένος, -η, -ο
έχουν σπαστεί
είναι σπασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σπάσει
είχα σπασμένο
είχαμε σπάσει
είχαμε αγορσμένο
είχα σπαστεί
ήμουν σπασμένος, -η
είχαμε σπαστεί
ήμαστε σπασμένοι, -ες
είχες σπάσει
είχες σπασμένο
είχατε σπάσει
είχατε σπασμένο
είχες σπαστεί
ήσουν σπασμένος, -η
είχατε σπαστεί
ήσαστε σπασμένοι, -ες
είχε σπάσει
είχε σπασμένο
είχαν σπάσει
είχαν σπασμένο
είχε σπαστεί
ήταν σπασμένος, -η, -ο
είχαν σπαστεί
ήταν σπασμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα σπάζω θα σπάζουμε, θα σπάζομε θα σπάζομαι θα σπαζόμαστε
θα σπάζεις θα σπάζετε θα σπάζεσαι θα σπάζεστε, θα σπαζόσαστε
θα σπάζει θα σπάζουν(ε) θα σπάζεται θα σπάζονται
Simp
Fut
θα σπάσω θα σπάσουμε, θα σπάζομε θα σπαστώ θα σπαστούμε
θα σπάσεις θα σπάσετε θα σπαστείς θα σπαστείτε
θα σπάσει θα σπάσουν(ε) θα σπαστεί θα σπαστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω σπάσει
θα έχω σπασμένο
θα έχουμε σπάσει
θα έχουμε σπασμένο
θα έχω σπαστεί
θα είμαι σπασμένος, -η
θα έχουμε σπαστεί
θα είμαστε σπασμένοι, -ες
θα έχεις σπάσει
θα έχεις σπασμένο
θα έχετε σπάσει
θα έχετε σπασμένο
θα έχεις σπαστεί
θα είσαι σπασμένος, -η
θα έχετε σπαστεί
θα είστε σπασμένοι, -ες
θα έχει σπάσει
θα έχει σπασμένο
θα έχουν σπάσει
θα έχουν σπασμένο
θα έχει σπαστεί
θα είναι σπασμένος, -η, -ο
θα έχουν σπαστεί
θα είναι σπασμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να σπάζω να σπάζουμε, να σπάζομε να σπάζομαι να σπαζόμαστε
να σπάζεις να σπάζετε να σπάζεσαι να σπάζεστε, να σπαζόσαστε
να σπάζει να σπάζουν(ε) να σπάζεται να σπάζονται
Aorist να σπάσω να σπάσουμε, να σπάσομε να σπαστώ να σπαστούμε
να σπάσεις να σπάσετε να σπαστείς να σπαστείτε
να σπάσει να σπάσουν(ε) να σπαστεί να σπαστούν(ε)
Perf να έχω σπάσει
να έχω σπασμένο
να έχουμε σπάσει
να έχουμε σπασμένο
να έχω σπαστεί
να είμαι σπασμένος, -η
να έχουμε σπαστεί
να είμαστε σπασμένοι, -ες
να έχεις σπάσει
να έχεις σπασμένο
να έχετε σπάσει
να έχετε σπασμένο
να έχεις σπαστεί
να είσαι σπασμένος, -η
να έχετε σπαστεί
να είστε σπασμένοι, -ες
να έχει σπάσει
να έχει σπασμένο
να έχουν σπάσει
να έχουν σπασμένο
να έχει σπαστεί
να είναι σπασμένος, -η, -ο
να έχουν σπαστεί
να είναι σπασμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres σπάζε σπάζετε σπάζεστε
Aorist σπάσε σπάστε σπάσου σπαστείτε
Part
iciple
Pres σπάζοντας σπαζόμενος
Perf έχοντας σπάσει, έχοντας σπασμένο σπασμένος, -η, -ο σπασμένοι, -ες, -α
Infin Aorist σπάσει σπαστεί

 

2017-03-22T01:56:52+00:00