σπαταλάω (spatalao) — to waste

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σπαταλάω / σπαταλώ — to waste; squander.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σπαταλάω, σπαταλώ σπαταλιέμαι
εσύ — you σπαταλάς σπαταλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σπαταλάει, σπαταλά σπαταλιέται
εμείς — we σπαταλάμε, σπαταλούμε σπαταλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σπαταλάτε σπαταλιέστε, σπαταλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σπαταλάν(ε), σπαταλούν(ε) σπαταλιούνται, σπαταλιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σπαταλούσα, σπατάλαγα σπαταλιόμουν(α)
εσύ — you σπαταλούσες, σπατάλαγες σπαταλιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σπαταλούσε, σπατάλαγε σπαταλιόταν(ε)
εμείς — we σπαταλούσαμε, σπαταλάγαμε σπαταλιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σπαταλούσατε, σπαταλάγατε σπαταλιόσαστε, σπαταλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σπαταλούσαν(ε), σπατάλαγαν, σπαταλάγανε σπαταλιόνταν(ε), σπαταλιούνταν, σπαταλιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σπατάλησα σπαταλήθηκα
εσύ — you σπατάλησες σπαταλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σπατάλησε σπαταλήθηκε
εμείς — we σπαταλήσαμε σπαταληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σπαταλήσατε σπαταληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σπατάλησαν, σπαταλήσαν(ε) σπαταλήθηκαν, σπαταληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σπαταλήσει έχω σπαταληθεί
εσύ — you έχεις σπαταλήσει έχεις σπαταληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σπαταλήσει έχει σπαταληθεί
εμείς — we έχουμε σπαταλήσει έχουμε σπαταληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σπαταλήσει έχετε σπαταληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σπαταλήσει έχουν σπαταληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σπαταλήσει είχα σπαταληθεί
εσύ — you είχες σπαταλήσει είχες σπαταληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σπαταλήσει είχε σπαταληθεί
εμείς — we είχαμε σπαταλήσει είχαμε σπαταληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σπαταλήσει είχατε σπαταληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σπαταλήσει είχαν σπαταληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σπαταλάω, θα σπαταλώ θα σπαταλιέμαι
εσύ — you θα σπαταλάς θα σπαταλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σπαταλάει, θα σπαταλά θα σπαταλιέται
εμείς — we θα σπαταλάμε, θα σπαταλούμε θα σπαταλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σπαταλάτε θα σπαταλιέστε, θα σπαταλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σπαταλάν(ε), θα σπαταλούν(ε) θα σπαταλιούνται, θα σπαταλιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σπαταλήσω θα σπαταληθώ
εσύ — you θα σπαταλήσεις θα σπαταληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σπαταλήσει θα σπαταληθεί
εμείς — we θα σπαταλήσουμε, θα σπαταλήσομε θα σπαταληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σπαταλήσετε θα σπαταληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σπαταλήσουν(ε) θα σπαταληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σπαταλήσει θα έχω σπαταληθεί
εσύ — you θα έχεις σπαταλήσει θα έχεις σπαταληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σπαταλήσει θα έχει σπαταληθεί
εμείς — we θα έχουμε σπαταλήσει θα έχουμε σπαταληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σπαταλήσει θα έχετε σπαταληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σπαταλήσει θα έχουν σπαταληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σπαταλάω, να σπαταλώ να σπαταλιέμαι
εσύ — you να σπαταλάς να σπαταλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σπαταλάει, να σπαταλά να σπαταλιέται
εμείς — we να σπαταλάμε, να σπαταλούμε να σπαταλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σπαταλάτε να σπαταλιέστε, να σπαταλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σπαταλάν(ε), να σπαταλούν(ε) να σπαταλιούνται, να σπαταλιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σπαταλήσω να σπαταληθώ
εσύ — you να σπαταλήσεις να σπαταληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σπαταλήσει να σπαταληθεί
εμείς — we να σπαταλήσουμε, να σπαταλήσομε να σπαταληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να σπαταλήσετε να σπαταληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σπαταλήσουν(ε) να σπαταληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σπαταλήσει να έχω σπαταληθεί
εσύ — you να έχεις σπαταλήσει να έχεις σπαταληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σπαταλήσει να έχει σπαταληθεί
εμείς — we να έχουμε σπαταλήσει να έχουμε σπαταληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σπαταλήσει να έχετε σπαταληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σπαταλήσει να έχουν σπαταληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σπατάλα σπαταλάτε — σπαταλιέστε
Simple σπατάλησε σπαταλήστε σπαταλήσου σπαταληθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The passive usually describes money, time, resources or effort being wasted. σπαταλημένος, -η, -ο describes the resulting state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μη σπαταλάς τον χρόνο σου.

Do not waste your time.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σπαταλώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/spatalao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /spatalao/