Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ολοκληρώνω means to complete or finish something. ολοκληρώνομαι means to be completed or become complete.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ολοκληρώνω | ολοκληρώνομαι |
| εσύ — you | ολοκληρώνεις | ολοκληρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ολοκληρώνει | ολοκληρώνεται |
| εμείς — we | ολοκληρώνουμε, ολοκληρώνομε | ολοκληρωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ολοκληρώνετε | ολοκληρώνεστε, ολοκληρωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ολοκληρώνουν(ε) | ολοκληρώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ολοκλήρωνα | ολοκληρωνόμουν(α) |
| εσύ — you | ολοκλήρωνες | ολοκληρωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ολοκλήρωνε | ολοκληρωνόταν(ε) |
| εμείς — we | ολοκληρώναμε | ολοκληρωνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ολοκληρώνατε | ολοκληρωνόσαστε, ολοκληρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ολοκλήρωναν, ολοκληρώναν(ε) | ολοκληρώνονταν, ολοκληρωνόντανε, ολοκληρωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ολοκλήρωσα | ολοκληρώθηκα |
| εσύ — you | ολοκλήρωσες | ολοκληρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ολοκλήρωσε | ολοκληρώθηκε |
| εμείς — we | ολοκληρώσαμε | ολοκληρωθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ολοκληρώσατε | ολοκληρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ολοκλήρωσαν, ολοκληρώσαν(ε) | ολοκληρώθηκαν, ολοκληρωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ολοκληρώσει | έχω ολοκληρωθεί |
| εσύ — you | έχεις ολοκληρώσει | έχεις ολοκληρωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ολοκληρώσει | έχει ολοκληρωθεί |
| εμείς — we | έχουμε ολοκληρώσει | έχουμε ολοκληρωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ολοκληρώσει | έχετε ολοκληρωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ολοκληρώσει | έχουν ολοκληρωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ολοκληρώσει | είχα ολοκληρωθεί |
| εσύ — you | είχες ολοκληρώσει | είχες ολοκληρωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ολοκληρώσει | είχε ολοκληρωθεί |
| εμείς — we | είχαμε ολοκληρώσει | είχαμε ολοκληρωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ολοκληρώσει | είχατε ολοκληρωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ολοκληρώσει | είχαν ολοκληρωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ολοκληρώνω | θα ολοκληρώνομαι |
| εσύ — you | θα ολοκληρώνεις | θα ολοκληρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ολοκληρώνει | θα ολοκληρώνεται |
| εμείς — we | θα ολοκληρώνουμε, θα ολοκληρώνομε | θα ολοκληρωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ολοκληρώνετε | θα ολοκληρώνεστε, θα ολοκληρωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ολοκληρώνουν(ε) | θα ολοκληρώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ολοκληρώσω | θα ολοκληρωθώ |
| εσύ — you | θα ολοκληρώσεις | θα ολοκληρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ολοκληρώσει | θα ολοκληρωθεί |
| εμείς — we | θα ολοκληρώσουμε, θα ολοκληρώσομε | θα ολοκληρωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ολοκληρώσετε | θα ολοκληρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ολοκληρώσουν | θα ολοκληρωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ολοκληρώσει | θα έχω ολοκληρωθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ολοκληρώσει | θα έχεις ολοκληρωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ολοκληρώσει | θα έχει ολοκληρωθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ολοκληρώσει | θα έχουμε ολοκληρωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ολοκληρώσει | θα έχετε ολοκληρωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ολοκληρώσει | θα έχουν ολοκληρωθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ολοκληρώνω | να ολοκληρώνομαι |
| εσύ — you | να ολοκληρώνεις | να ολοκληρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ολοκληρώνει | να ολοκληρώνεται |
| εμείς — we | να ολοκληρώνουμε, να ολοκληρώνομε | να ολοκληρωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ολοκληρώνετε | να ολοκληρώνεστε, να ολοκληρωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ολοκληρώνουν(ε) | να ολοκληρώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ολοκληρώσω | να ολοκληρωθώ |
| εσύ — you | να ολοκληρώσεις | να ολοκληρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ολοκληρώσει | να ολοκληρωθεί |
| εμείς — we | να ολοκληρώσουμε, να ολοκληρώσομε | να ολοκληρωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ολοκληρώσετε | να ολοκληρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ολοκληρώσουν(ε) | να ολοκληρωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ολοκληρώσει | να έχω ολοκληρωθεί |
| εσύ — you | να έχεις ολοκληρώσει | να έχεις ολοκληρωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ολοκληρώσει | να έχει ολοκληρωθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ολοκληρώσει | να έχουμε ολοκληρωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ολοκληρώσει | να έχετε ολοκληρωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ολοκληρώσει | να έχουν ολοκληρωθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ολοκλήρωνε / ολοκληρώνετε.
Simple: ολοκλήρωσε (εσύ); ολοκληρώστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Ολοκλήρωσα την εργασία.
I completed the work.
Το έργο ολοκληρώθηκε.
The project was completed.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ολοκληρώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/oloklirono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/oloklirono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.