Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ωφελώ — to benefit

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ωφελώ means to benefit or be of use to someone. ωφελούμαι means to benefit from something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ωφελώ ωφελούμαι
εσύ — you ωφελείς ωφελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ωφελεί ωφελείται
εμείς — we ωφελούμε ωφελούμαστε
εσείς — you (plural / polite) ωφελείτε ωφελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ωφελούν(ε) ωφελούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ωφελούσα ωφελούμουν
εσύ — you ωφελούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ωφελούσε ωφελούνταν, ωφελείτο
εμείς — we ωφελούσαμε ωφελούμασταν
εσείς — you (plural / polite) ωφελούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they ωφελούσαν(ε) ωφελούνταν, ωφελούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ωφέλησα ωφελήθηκα
εσύ — you ωφέλησες ωφελήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ωφέλησε ωφελήθηκε
εμείς — we ωφελήσαμε ωφεληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ωφελήσατε ωφεληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ωφέλησαν, ωφελήσαν(ε) ωφελήθηκαν, ωφεληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ωφελήσει έχω ωφεληθεί
εσύ — you έχεις ωφελήσει έχεις ωφεληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ωφελήσει έχει ωφεληθεί
εμείς — we έχουμε ωφελήσει έχουμε ωφεληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ωφελήσει έχετε ωφεληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ωφελήσει έχουν ωφεληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ωφελήσει είχα ωφεληθεί
εσύ — you είχες ωφελήσει είχες ωφεληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ωφελήσει είχε ωφεληθεί
εμείς — we είχαμε ωφελήσει είχαμε ωφεληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ωφελήσει είχατε ωφεληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ωφελήσει είχαν ωφεληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ωφελώ θα ωφελούμαι
εσύ — you θα ωφελείς θα ωφελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ωφελεί θα ωφελείται
εμείς — we θα ωφελούμε θα ωφελούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ωφελείτε θα ωφελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ωφελούν(ε) θα ωφελούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ωφελήσω θα ωφεληθώ
εσύ — you θα ωφελήσεις θα ωφεληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ωφελήσει θα ωφεληθεί
εμείς — we θα ωφελήσουμε θα ωφεληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ωφελήσετε θα ωφεληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ωφελήσουν(ε) θα ωφεληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ωφελήσει θα έχω ωφεληθεί
εσύ — you θα έχεις ωφελήσει θα έχεις ωφεληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ωφελήσει θα έχει ωφεληθεί
εμείς — we θα έχουμε ωφελήσει θα έχουμε ωφεληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ωφελήσει θα έχετε ωφεληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ωφελήσει θα έχουν ωφεληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ωφελώ να ωφελούμαι
εσύ — you να ωφελείς να ωφελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ωφελεί να ωφελείται
εμείς — we να ωφελούμε να ωφελούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ωφελείτε να ωφελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ωφελούν(ε) να ωφελούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ωφελήσω να ωφεληθώ
εσύ — you να ωφελήσεις να ωφεληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ωφελήσει να ωφεληθεί
εμείς — we να ωφελήσουμε, να ωφελήσομε να ωφεληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ωφελήσετε να ωφεληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ωφελήσουν(ε) να ωφεληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ωφελήσει να έχω ωφεληθεί
εσύ — you να έχεις ωφελήσει να έχεις ωφεληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ωφελήσει να έχει ωφεληθεί
εμείς — we να έχουμε ωφελήσει να έχουμε ωφεληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ωφελήσει να έχετε ωφεληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ωφελήσει να έχουν ωφεληθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: ωφελήσου (εσύ); ωφεληθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Do not confuse ωφελώ (benefit) with οφείλω (owe). ωφελείτο / ωφελούντο are learned imperfect variants; uncommon second-person passive imperfect cells remain blank.

Η άσκηση ωφελεί την υγεία.

Exercise benefits health.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ωφελώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ofelo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ofelo/