Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
μαυρίζω means to make or become dark or black. In the context of skin and sunshine, it can mean to tan.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μαυρίζω |
| εσύ — you | μαυρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μαυρίζει |
| εμείς — we | μαυρίζουμε, μαυρίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | μαυρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μαυρίζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μαύριζα |
| εσύ — you | μαύριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μαύριζε |
| εμείς — we | μαυρίζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μαυρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μαύριζαν, μαυρίζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μαύρισα |
| εσύ — you | μαύρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μαύρισε |
| εμείς — we | μαυρίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μαυρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μαύρισαν, μαυρίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω μαυρίσει |
| εσύ — you | έχεις μαυρίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μαυρίσει |
| εμείς — we | έχουμε μαυρίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μαυρίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μαυρίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα μαυρίσει |
| εσύ — you | είχες μαυρίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μαυρίσει |
| εμείς — we | είχαμε μαυρίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μαυρίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μαυρίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μαυρίζω |
| εσύ — you | θα μαυρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μαυρίζει |
| εμείς — we | θα μαυρίζουμε, θα μαυρίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μαυρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μαυρίζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μαυρίσω |
| εσύ — you | θα μαυρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μαυρίσει |
| εμείς — we | θα μαυρίσουμε, θα μαυρίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μαυρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μαυρίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μαυρίσει |
| εσύ — you | θα έχεις μαυρίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μαυρίσει |
| εμείς — we | θα έχουμε μαυρίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μαυρίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μαυρίσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μαυρίζω |
| εσύ — you | να μαυρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μαυρίζει |
| εμείς — we | να μαυρίζουμε, να μαυρίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μαυρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μαυρίζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μαυρίσω |
| εσύ — you | να μαυρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μαυρίσει |
| εμείς — we | να μαυρίσουμε, να μαυρίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μαυρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μαυρίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω μαυρίσει |
| εσύ — you | να έχεις μαυρίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μαυρίσει |
| εμείς — we | να έχουμε μαυρίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μαυρίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μαυρίσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μαύριζε / μαυρίζετε.
Simple: μαύρισε (εσύ); μαυρίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Active forms express both changing something and becoming darker.
Ο ουρανός μαύρισε.
The sky darkened.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μαυρίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/maurizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/maurizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.