Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

λιποθυμάω — to faint

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

λιποθυμάω / λιποθυμώ means to faint.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λιποθυμάω, λιποθυμώ
εσύ — you λιποθυμάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λιποθυμάει, λιποθυμά
εμείς — we λιποθυμάμε, λιποθυμούμε
εσείς — you (plural / polite) λιποθυμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λιποθυμάν(ε), λιποθυμούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λιποθυμούσα, λιποθύμαγα
εσύ — you λιποθυμούσες, λιποθύμαγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λιποθυμούσε, λιποθύμαγε
εμείς — we λιποθυμούσαμε, λιποθυμάγαμε
εσείς — you (plural / polite) λιποθυμούσατε, λιποθυμάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λιποθυμούσαν(ε), λιποθύμαγαν, λιποθυμάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λιποθύμησα
εσύ — you λιποθύμησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λιποθύμησε
εμείς — we λιποθυμήσαμε
εσείς — you (plural / polite) λιποθυμήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λιποθύμησαν, λιποθυμήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω λιποθυμήσει
εσύ — you έχεις λιποθυμήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει λιποθυμήσει
εμείς — we έχουμε λιποθυμήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε λιποθυμήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν λιποθυμήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα λιποθυμήσει
εσύ — you είχες λιποθυμήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε λιποθυμήσει
εμείς — we είχαμε λιποθυμήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε λιποθυμήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν λιποθυμήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα λιποθυμάω, θα λιποθυμώ
εσύ — you θα λιποθυμάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λιποθυμάει, θα λιποθυμά
εμείς — we θα λιποθυμάμε, θα λιποθυμούμε
εσείς — you (plural / polite) θα λιποθυμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λιποθυμάν(ε), θα λιποθυμούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα λιποθυμήσω
εσύ — you θα λιποθυμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λιποθυμήσει
εμείς — we θα λιποθυμήσουμε, θα λιποθυμήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα λιποθυμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λιποθυμήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω λιποθυμήσει
εσύ — you θα έχεις λιποθυμήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει λιποθυμήσει
εμείς — we θα έχουμε λιποθυμήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε λιποθυμήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν λιποθυμήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να λιποθυμάω, να λιποθυμώ
εσύ — you να λιποθυμάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λιποθυμάει, να λιποθυμά
εμείς — we να λιποθυμάμε, να λιποθυμούμε
εσείς — you (plural / polite) να λιποθυμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λιποθυμάν(ε), να λιποθυμούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να λιποθυμήσω
εσύ — you να λιποθυμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λιποθυμήσει
εμείς — we να λιποθυμήσουμε, να λιποθυμήσομε
εσείς — you (plural / polite) να λιποθυμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λιποθυμήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω λιποθυμήσει
εσύ — you να έχεις λιποθυμήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει λιποθυμήσει
εμείς — we να έχουμε λιποθυμήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε λιποθυμήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν λιποθυμήσει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfective series is λιποθύμησα, θα λιποθυμήσω, έχω λιποθυμήσει. Positive commands are unusual for this involuntary event.

Παραλίγο να λιποθυμήσω.

I almost fainted.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λιποθυμώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/lipothimao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /lipothimao/