Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
λιποθυμάω / λιποθυμώ means to faint.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
λιποθυμάω, λιποθυμώ |
| εσύ — you |
λιποθυμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
λιποθυμάει, λιποθυμά |
| εμείς — we |
λιποθυμάμε, λιποθυμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
λιποθυμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
λιποθυμάν(ε), λιποθυμούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
λιποθυμούσα, λιποθύμαγα |
| εσύ — you |
λιποθυμούσες, λιποθύμαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
λιποθυμούσε, λιποθύμαγε |
| εμείς — we |
λιποθυμούσαμε, λιποθυμάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
λιποθυμούσατε, λιποθυμάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
λιποθυμούσαν(ε), λιποθύμαγαν, λιποθυμάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
λιποθύμησα |
| εσύ — you |
λιποθύμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
λιποθύμησε |
| εμείς — we |
λιποθυμήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
λιποθυμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
λιποθύμησαν, λιποθυμήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω λιποθυμήσει |
| εσύ — you |
έχεις λιποθυμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει λιποθυμήσει |
| εμείς — we |
έχουμε λιποθυμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε λιποθυμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν λιποθυμήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα λιποθυμήσει |
| εσύ — you |
είχες λιποθυμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε λιποθυμήσει |
| εμείς — we |
είχαμε λιποθυμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε λιποθυμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν λιποθυμήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα λιποθυμάω, θα λιποθυμώ |
| εσύ — you |
θα λιποθυμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα λιποθυμάει, θα λιποθυμά |
| εμείς — we |
θα λιποθυμάμε, θα λιποθυμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα λιποθυμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα λιποθυμάν(ε), θα λιποθυμούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα λιποθυμήσω |
| εσύ — you |
θα λιποθυμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα λιποθυμήσει |
| εμείς — we |
θα λιποθυμήσουμε, θα λιποθυμήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα λιποθυμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα λιποθυμήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω λιποθυμήσει |
| εσύ — you |
θα έχεις λιποθυμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει λιποθυμήσει |
| εμείς — we |
θα έχουμε λιποθυμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε λιποθυμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν λιποθυμήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να λιποθυμάω, να λιποθυμώ |
| εσύ — you |
να λιποθυμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να λιποθυμάει, να λιποθυμά |
| εμείς — we |
να λιποθυμάμε, να λιποθυμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να λιποθυμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να λιποθυμάν(ε), να λιποθυμούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να λιποθυμήσω |
| εσύ — you |
να λιποθυμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να λιποθυμήσει |
| εμείς — we |
να λιποθυμήσουμε, να λιποθυμήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να λιποθυμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να λιποθυμήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω λιποθυμήσει |
| εσύ — you |
να έχεις λιποθυμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει λιποθυμήσει |
| εμείς — we |
να έχουμε λιποθυμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε λιποθυμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν λιποθυμήσει |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The perfective series is λιποθύμησα, θα λιποθυμήσω, έχω λιποθυμήσει. Positive commands are unusual for this involuntary event.
Παραλίγο να λιποθυμήσω.
I almost fainted.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λιποθυμώ.
Make this verb part of your Greek
Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.
Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.