Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
λησμονάω / λησμονώ means to forget, often with a more emotional or literary tone than ξεχνάω. The passive means to be forgotten.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | λησμονάω, λησμονώ | λησμονιέμαι |
| εσύ — you | λησμονάς | λησμονιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λησμονάει, λησμονά | λησμονιέται |
| εμείς — we | λησμονάμε, λησμονούμε | λησμονιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | λησμονάτε | λησμονιέστε, λησμονιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λησμονάν(ε), λησμονούν(ε) | λησμονιούνται, λησμονιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | λησμονούσα, λησμόναγα | λησμονιόμουν(α) |
| εσύ — you | λησμονούσες, λησμόναγες | λησμονιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λησμονούσε, λησμόναγε | λησμονιόταν(ε) |
| εμείς — we | λησμονούσαμε, λησμονάγαμε | λησμονιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | λησμονούσατε, λησμονάγατε | λησμονιόσαστε, λησμονιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λησμονούσαν(ε), λησμόναγαν, λησμονάγανε | λησμονιόνταν(ε), λησμονιούνταν, λησμονιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | λησμόνησα | λησμονήθηκα |
| εσύ — you | λησμόνησες | λησμονήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λησμόνησε | λησμονήθηκε |
| εμείς — we | λησμονήσαμε | λησμονηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λησμονήσατε | λησμονηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λησμόνησαν, λησμονήσαν(ε) | λησμονήθηκαν, λησμονηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω λησμονήσει | έχω λησμονηθεί |
| εσύ — you | έχεις λησμονήσει | έχεις λησμονηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει λησμονήσει | έχει λησμονηθεί |
| εμείς — we | έχουμε λησμονήσει | έχουμε λησμονηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε λησμονήσει | έχετε λησμονηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν λησμονήσει | έχουν λησμονηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα λησμονήσει | είχα λησμονηθεί |
| εσύ — you | είχες λησμονήσει | είχες λησμονηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε λησμονήσει | είχε λησμονηθεί |
| εμείς — we | είχαμε λησμονήσει | είχαμε λησμονηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε λησμονήσει | είχατε λησμονηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν λησμονήσει | είχαν λησμονηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα λησμονάω, θα λησμονώ | θα λησμονιέμαι |
| εσύ — you | θα λησμονάς | θα λησμονιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λησμονάει, θα λησμονά | θα λησμονιέται |
| εμείς — we | θα λησμονάμε, θα λησμονούμε | θα λησμονιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λησμονάτε | θα λησμονιέστε, θα λησμονιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λησμονάν(ε), θα λησμονούν(ε) | θα λησμονιούνται, θα λησμονιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα λησμονήσω | θα λησμονηθώ |
| εσύ — you | θα λησμονήσεις | θα λησμονηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λησμονήσει | θα λησμονηθεί |
| εμείς — we | θα λησμονήσουμε, θα λησμονήσομε | θα λησμονηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λησμονήσετε | θα λησμονηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λησμονήσουν(ε) | θα λησμονηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω λησμονήσει | θα έχω λησμονηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις λησμονήσει | θα έχεις λησμονηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει λησμονήσει | θα έχει λησμονηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε λησμονήσει | θα έχουμε λησμονηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε λησμονήσει | θα έχετε λησμονηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν λησμονήσει | θα έχουν λησμονηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να λησμονάω, να λησμονώ | να λησμονιέμαι |
| εσύ — you | να λησμονάς | να λησμονιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λησμονάει, να λησμονά | να λησμονιέται |
| εμείς — we | να λησμονάμε, να λησμονούμε | να λησμονιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λησμονάτε | να λησμονιέστε, να λησμονιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λησμονάν(ε), να λησμονούν(ε) | να λησμονιούνται, να λησμονιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να λησμονήσω | να λησμονηθώ |
| εσύ — you | να λησμονήσεις | να λησμονηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λησμονήσει | να λησμονηθεί |
| εμείς — we | να λησμονήσουμε, να λησμονήσομε | να λησμονηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λησμονήσετε | να λησμονηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λησμονήσουν(ε) | να λησμονηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω λησμονήσει | να έχω λησμονηθεί |
| εσύ — you | να έχεις λησμονήσει | να έχεις λησμονηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει λησμονήσει | να έχει λησμονηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε λησμονήσει | να έχουμε λησμονηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε λησμονήσει | να έχετε λησμονηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν λησμονήσει | να έχουν λησμονηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: λησμόνα / λησμονάτε.
Simple: λησμόνησε (εσύ); λησμονήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The passive present is λησμονιέμαι; its imperfect is λησμονιόμουν.
Δεν θα σε λησμονήσω.
I will not forget you.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λησμονώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/lismonao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/lismonao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.