Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

λησμονώ — to forget

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

λησμονώ means to forget, often with a more emotional or literary tone than ξεχνάω. The passive means to be forgotten.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λησμονώ λησμονούμαι
εσύ — you λησμονείς λησμονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λησμονεί λησμονείται
εμείς — we λησμονούμε λησμονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) λησμονείτε λησμονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λησμονούν(ε) λησμονούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λησμονούσα λησμονούμουν
εσύ — you λησμονούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λησμονούσε λησμονούνταν, λησμονείτο
εμείς — we λησμονούσαμε λησμονούμασταν
εσείς — you (plural / polite) λησμονούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they λησμονούσαν(ε) λησμονούνταν, λησμονούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λησμόνησα λησμονήθηκα
εσύ — you λησμόνησες λησμονήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λησμόνησε λησμονήθηκε
εμείς — we λησμονήσαμε λησμονηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) λησμονήσατε λησμονηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λησμόνησαν, λησμονήσαν(ε) λησμονήθηκαν, λησμονηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω λησμονήσει έχω λησμονηθεί
εσύ — you έχεις λησμονήσει έχεις λησμονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει λησμονήσει έχει λησμονηθεί
εμείς — we έχουμε λησμονήσει έχουμε λησμονηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε λησμονήσει έχετε λησμονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν λησμονήσει έχουν λησμονηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα λησμονήσει είχα λησμονηθεί
εσύ — you είχες λησμονήσει είχες λησμονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε λησμονήσει είχε λησμονηθεί
εμείς — we είχαμε λησμονήσει είχαμε λησμονηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε λησμονήσει είχατε λησμονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν λησμονήσει είχαν λησμονηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα λησμονώ θα λησμονούμαι
εσύ — you θα λησμονείς θα λησμονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λησμονεί θα λησμονείται
εμείς — we θα λησμονούμε θα λησμονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα λησμονείτε θα λησμονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λησμονούν(ε) θα λησμονούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα λησμονήσω θα λησμονηθώ
εσύ — you θα λησμονήσεις θα λησμονηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λησμονήσει θα λησμονηθεί
εμείς — we θα λησμονήσουμε θα λησμονηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα λησμονήσετε θα λησμονηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λησμονήσουν(ε) θα λησμονηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω λησμονήσει θα έχω λησμονηθεί
εσύ — you θα έχεις λησμονήσει θα έχεις λησμονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει λησμονήσει θα έχει λησμονηθεί
εμείς — we θα έχουμε λησμονήσει θα έχουμε λησμονηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε λησμονήσει θα έχετε λησμονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν λησμονήσει θα έχουν λησμονηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να λησμονώ να λησμονούμαι
εσύ — you να λησμονείς να λησμονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λησμονεί να λησμονείται
εμείς — we να λησμονούμε να λησμονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να λησμονείτε να λησμονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λησμονούν(ε) να λησμονούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να λησμονήσω να λησμονηθώ
εσύ — you να λησμονήσεις να λησμονηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λησμονήσει να λησμονηθεί
εμείς — we να λησμονήσουμε, να λησμονήσομε να λησμονηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να λησμονήσετε να λησμονηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λησμονήσουν(ε) να λησμονηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω λησμονήσει να έχω λησμονηθεί
εσύ — you να έχεις λησμονήσει να έχεις λησμονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει λησμονήσει να έχει λησμονηθεί
εμείς — we να έχουμε λησμονήσει να έχουμε λησμονηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε λησμονήσει να έχετε λησμονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν λησμονήσει να έχουν λησμονηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: λησμόνησε (εσύ); λησμονήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The -ούμαι passive is more formal. Some uncommon personal imperfect forms are left blank; λησμονείτο and λησμονούντο are learned variants.

Δεν θα σε λησμονήσω.

I will not forget you.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λησμονώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/lismono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /lismono/