κουρδίζω (kourdizo) — to tune; to wind up

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κουρδίζω — to tune; to wind up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κουρδίζω κουρδίζομαι
εσύ — you κουρδίζεις κουρδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κουρδίζει κουρδίζεται
εμείς — we κουρδίζουμε, κουρδίζομε κουρδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κουρδίζετε κουρδίζεστε, κουρδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κουρδίζουν(ε) κουρδίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κούρδιζα κουρδιζόμουν(α)
εσύ — you κούρδιζες κουρδιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κούρδιζε κουρδιζόταν(ε)
εμείς — we κουρδίζαμε κουρδιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κουρδίζατε κουρδιζόσαστε, κουρδιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κούρδιζαν, κουρδίζαν(ε) κουρδίζονταν, κουρδιζόντανε, κουρδιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κούρδισα κουρδίστηκα
εσύ — you κούρδισες κουρδίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κούρδισε κουρδίστηκε
εμείς — we κουρδίσαμε κουρδιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κουρδίσατε κουρδιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κούρδισαν, κουρδίσαν(ε) κουρδίστηκαν, κουρδιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κουρδίσει έχω κουρδιστεί
εσύ — you έχεις κουρδίσει έχεις κουρδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κουρδίσει έχει κουρδιστεί
εμείς — we έχουμε κουρδίσει έχουμε κουρδιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κουρδίσει έχετε κουρδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κουρδίσει έχουν κουρδιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κουρδίσει είχα κουρδιστεί
εσύ — you είχες κουρδίσει είχες κουρδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κουρδίσει είχε κουρδιστεί
εμείς — we είχαμε κουρδίσει είχαμε κουρδιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κουρδίσει είχατε κουρδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κουρδίσει είχαν κουρδιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουρδίζω θα κουρδίζομαι
εσύ — you θα κουρδίζεις θα κουρδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουρδίζει θα κουρδίζεται
εμείς — we θα κουρδίζουμε, θα κουρδίζομε θα κουρδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κουρδίζετε θα κουρδίζεστε, θα κουρδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουρδίζουν(ε) θα κουρδίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουρδίσω θα κουρδιστώ
εσύ — you θα κουρδίσεις θα κουρδιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουρδίσει θα κουρδιστεί
εμείς — we θα κουρδίσουμε, θα κουρδίσομε θα κουρδιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κουρδίσετε θα κουρδιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουρδίσουν(ε) θα κουρδιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κουρδίσει θα έχω κουρδιστεί
εσύ — you θα έχεις κουρδίσει θα έχεις κουρδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κουρδίσει θα έχει κουρδιστεί
εμείς — we θα έχουμε κουρδίσει θα έχουμε κουρδιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κουρδίσει θα έχετε κουρδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κουρδίσει θα έχουν κουρδιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουρδίζω να κουρδίζομαι
εσύ — you να κουρδίζεις να κουρδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουρδίζει να κουρδίζεται
εμείς — we να κουρδίζουμε, να κουρδίζομε να κουρδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κουρδίζετε να κουρδίζεστε, να κουρδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουρδίζουν(ε) να κουρδίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουρδίσω να κουρδιστώ
εσύ — you να κουρδίσεις να κουρδιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουρδίσει να κουρδιστεί
εμείς — we να κουρδίσουμε, να κουρδίσομε να κουρδιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να κουρδίσετε να κουρδιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουρδίσουν(ε) να κουρδιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κουρδίσει να έχω κουρδιστεί
εσύ — you να έχεις κουρδίσει να έχεις κουρδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κουρδίσει να έχει κουρδιστεί
εμείς — we να έχουμε κουρδίσει να έχουμε κουρδιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κουρδίσει να έχετε κουρδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κουρδίσει να έχουν κουρδιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κούρδιζε κουρδίζετε — —
Simple κούρδισε κουρδίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κουρδίζω means to tune a musical instrument or wind up a mechanical clock or toy.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κούρδισα την κιθάρα.

I tuned the guitar.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κουρδίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kourdizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /kourdizo/