κουνάω (kounao) — to move; to shake; to wave

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κουνάω — to move; to shake; to wave.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κουνάω, κουνώ κουνιέμαι
εσύ — you κουνάς κουνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κουνάει, κουνά κουνιέται
εμείς — we κουνάμε, κουνούμε κουνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κουνάτε κουνιέστε, κουνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κουνάν(ε), κουνούν(ε) κουνιούνται, κουνιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κουνούσα, κούναγα κουνιόμουν(α)
εσύ — you κουνούσες, κούναγες κουνιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κουνούσε, κούναγε κουνιόταν(ε)
εμείς — we κουνούσαμε, κουνάγαμε κουνιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κουνούσατε, κουνάγατε κουνιόσαστε, κουνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κουνούσαν(ε), κούναγαν, κουνάγανε κουνιόνταν(ε), κουνιούνταν, κουνιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κούνησα κουνήθηκα
εσύ — you κούνησες κουνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κούνησε κουνήθηκε
εμείς — we κουνήσαμε κουνηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κουνήσατε κουνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κούνησαν, κουνήσαν(ε) κουνήθηκαν, κουνηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κουνήσει έχω κουνηθεί
εσύ — you έχεις κουνήσει έχεις κουνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κουνήσει έχει κουνηθεί
εμείς — we έχουμε κουνήσει έχουμε κουνηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κουνήσει έχετε κουνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κουνήσει έχουν κουνηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κουνήσει είχα κουνηθεί
εσύ — you είχες κουνήσει είχες κουνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κουνήσει είχε κουνηθεί
εμείς — we είχαμε κουνήσει είχαμε κουνηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κουνήσει είχατε κουνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κουνήσει είχαν κουνηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουνάω, θα κουνώ θα κουνιέμαι
εσύ — you θα κουνάς θα κουνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουνάει, θα κουνά θα κουνιέται
εμείς — we θα κουνάμε, θα κουνούμε θα κουνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κουνάτε θα κουνιέστε, θα κουνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουνάν(ε), θα κουνούν(ε) θα κουνιούνται, θα κουνιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουνήσω θα κουνηθώ
εσύ — you θα κουνήσεις θα κουνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουνήσει θα κουνηθεί
εμείς — we θα κουνήσουμε, θα κουνήσομε θα κουνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κουνήσετε θα κουνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουνήσουν(ε) θα κουνηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κουνήσει θα έχω κουνηθεί
εσύ — you θα έχεις κουνήσει θα έχεις κουνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κουνήσει θα έχει κουνηθεί
εμείς — we θα έχουμε κουνήσει θα έχουμε κουνηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κουνήσει θα έχετε κουνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κουνήσει θα έχουν κουνηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουνάω, να κουνώ να κουνιέμαι
εσύ — you να κουνάς να κουνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουνάει, να κουνά να κουνιέται
εμείς — we να κουνάμε, να κουνούμε να κουνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κουνάτε να κουνιέστε, να κουνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουνάν(ε), να κουνούν(ε) να κουνιούνται, να κουνιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουνήσω να κουνηθώ
εσύ — you να κουνήσεις να κουνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουνήσει να κουνηθεί
εμείς — we να κουνήσουμε, να κουνήσομε να κουνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κουνήσετε να κουνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουνήσουν(ε) να κουνηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κουνήσει να έχω κουνηθεί
εσύ — you να έχεις κουνήσει να έχεις κουνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κουνήσει να έχει κουνηθεί
εμείς — we να έχουμε κουνήσει να έχουμε κουνηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κουνήσει να έχετε κουνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κουνήσει να έχουν κουνηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κούνα, κούναγε κουνάτε — —
Simple κούνησε, κούνα κουνήστε κουνήσου κουνηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κουνάω / κουνώ can mean to move, shake, rock, or wave something. Κουνιέμαι describes moving oneself or being moved.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κούνησε το χέρι του για χαιρετισμό.

He waved his hand in greeting.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κουνάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kounao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kounao/