κουράζω (kourazo) — to tire; to wear out

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κουράζω — to tire; to wear out.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κουράζω κουράζομαι
εσύ — you κουράζεις κουράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κουράζει κουράζεται
εμείς — we κουράζουμε, κουράζομε κουραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κουράζετε κουράζεστε, κουραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κουράζουν(ε) κουράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κούραζα κουραζόμουνα
εσύ — you κούραζες κουραζόσουνα
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κούραζε κουραζότανε
εμείς — we κουράζαμε κουραζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κουράζατε κουραζόσαστε, κουραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κούραζαν, κουράζαν(ε) κουράζονταν, κουραζόντανε, κουραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κούρασα κουράστηκα
εσύ — you κούρασες κουράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κούρασε κουράστηκε
εμείς — we κουράσαμε κουραστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κουράσατε κουραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κούρασαν, κουράσαν(ε) κουράστηκαν, κουραστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κουράσει έχω κουραστεί
εσύ — you έχεις κουράσει έχεις κουραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κουράσει έχει κουραστεί
εμείς — we έχουμε κουράσει έχουμε κουραστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κουράσει έχετε κουραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κουράσει έχουν κουραστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κουράσει είχα κουραστεί
εσύ — you είχες κουράσει είχες κουραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κουράσει είχε κουραστεί
εμείς — we είχαμε κουράσει είχαμε κουραστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κουράσει είχατε κουραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κουράσει είχαν κουραστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουράζω θα κουράζομαι
εσύ — you θα κουράζεις θα κουράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουράζει θα κουράζεται
εμείς — we θα κουράζουμε, θα κουράζομε θα κουραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κουράζετε θα κουράζεστε, θα κουραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουράζουν(ε) θα κουράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουράσω θα κουραστώ
εσύ — you θα κουράσεις θα κουραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουράσει θα κουραστεί
εμείς — we θα κουράσουμε, θα κουράσομε θα κουραστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κουράσετε θα κουραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουράσουν(ε) θα κουραστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κουράσει θα έχω κουραστεί
εσύ — you θα έχεις κουράσει θα έχεις κουραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κουράσει θα έχει κουραστεί
εμείς — we θα έχουμε κουράσει θα έχουμε κουραστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κουράσει θα έχετε κουραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κουράσει θα έχουν κουραστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουράζω να κουράζομαι
εσύ — you να κουράζεις να κουράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουράζει να κουράζεται
εμείς — we να κουράζουμε, να κουράζομε να κουραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κουράζετε να κουράζεστε, να κουραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουράζουν(ε) να κουράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουράσω να κουραστώ
εσύ — you να κουράσεις να κουραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουράσει να κουραστεί
εμείς — we να κουράσουμε, να κουράσομε να κουραστούμε
εσείς — you (plural / polite) να κουράσετε να κουραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουράσουν να κουραστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κουράσει να έχω κουραστεί
εσύ — you να έχεις κουράσει να έχεις κουραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κουράσει να έχει κουραστεί
εμείς — we να έχουμε κουράσει να έχουμε κουραστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κουράσει να έχετε κουραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κουράσει να έχουν κουραστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κούραζε κουράζετε — —
Simple κούρασε κουράστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κουράζω tires someone; κουράζομαι means to get tired. Είμαι κουρασμένος / κουρασμένη describes being tired; έχω κουραστεί refers to having become tired.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κουράστηκα από τη δουλειά.

I got tired from work.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κουράζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kourazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kourazo/