Koumpono

Koumpono

ΚΟΥΜΠΩΝΩ
I button
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
κουμπώνω κουμπώνουμε, κουμπώνομε κουμπώνομαι κουμπωνόμαστε
κουμπώνεις κουμπώνετε κουμπώνεσαι κουμπώνεστε, κουμπωνόσαστε
κουμπώνει κουμπώνουν(ε) κουμπώνεται κουμπώνονται
Imper
fect
κούμπωνα κουμπώναμε κουμπωνόμουν(α) κουμπωνόμαστε, κουμπωνόμασταν
κούμπωνες κουμπώνατε κουμπωνόσουν(α) κουμπωνόσαστε, κουμπωνόσασταν
κούμπωνε κούμπωναν, κουμπώναν(ε) κουμπωνόταν(ε) κουμπώνονταν, κουμπωνόντανε, κουμπωνόντουσαν
Aorist κούμπωσα κουμπώσαμε κουμπώθηκα κουμπωθήκαμε
κούμπωσες κουμπώσατε κουμπώθηκες κουμπωθήκατε
κούμπωσε κούμπωσαν, κουμπώσαν(ε) κουμπώθηκε κουμπώθηκαν, κουμπωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω κουμπώσει
έχω κουμπωμένο
έχουμε κουμπώσει
έχουμε κουμπωμένο
έχω κουμπωθεί
είμαι κουμπωμένος, -η
έχουμε κουμπωθεί
είμαστε κουμπωμένοι, -ες
έχεις κουμπώσει
έχεις κουμπωμένο
έχετε κουμπώσει
έχετε κουμπωμένο
έχεις κουμπωθεί
είσαι κουμπωμένος, -η
έχετε κουμπωθεί
είστε κουμπωμένοι, -ες
έχει κουμπώσει
έχει κουμπωμένο
έχουν κουμπώσει
έχουν κουμπωμένο
έχει κουμπωθεί
είναι κουμπωμένος, -η, -ο
έχουν κουμπωθεί
είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κουμπώσει
είχα κουμπωμένο
είχαμε κουμπώσει
είχαμε κουμπωμένο
είχα κουμπωθεί
ήμουν κουμπωμένος, -η
είχαμε κουμπωθεί
ήμαστε κουμπωμένοι, -ες
είχες κουμπώσει
είχες κουμπωμένο
είχατε κουμπώσει
είχατε κουμπωμένο
είχες κουμπωθεί
ήσουν κουμπωμένος, -η
είχατε κουμπωθεί
ήσαστε κουμπωμένοι, -ες
είχε κουμπώσει
είχε κουμπωμένο
είχαν κουμπώσει
είχαν κουμπωμένο
είχε κουμπωθεί
ήταν κουμπωμένος, -η, -ο
είχαν κουμπωθεί
ήταν κουμπωμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα κουμπώνω θα κουμπώνουμε, θα κουμπώνομε θα κουμπώνομαι θα κουμπωνόμαστε
θα κουμπώνεις θα κουμπώνετε θα κουμπώνεσαι θα κουμπώνεστε, θα κουμπωνόσαστε
θα κουμπώνει θα κουμπώνουν(ε) θα κουμπώνεται θα κουμπώνονται
Simp
Fut
θα κουμπώσω θα κουμπώσουμε, θα κουμπώσομε θα κουμπωθώ θα κουμπωθούμε
θα κουμπώσεις θα κουμπώσετε θα κουμπωθείς θα κουμπωθείτε
θα κουμπώσει θα κουμπώσουν θα κουμπωθεί θα κουμπωθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω κουμπώσει
θα έχω κουμπωμένο
θα έχουμε κουμπώσει
θα έχουμε κουμπωμένο
θα έχω κουμπωθεί
θα είμαι κουμπωμένος, -η
θα έχουμε κουμπωθεί
θα είμαστε κουμπωμένοι, -ες
θα έχεις κουμπώσει
θα έχεις κουμπωμένο
θα έχετε κουμπώσει
θα έχετε κουμπωμένο
θα έχεις κουμπωθεί
θα είσαι κουμπωμένος, -η
θα έχετε κουμπωθεί
θα είστε κουμπωμένοι, -ες
θα έχει κουμπώσει
θα έχει κουμπωμένο
θα έχουν κουμπώσει
θα έχουν κουμπωμένο
θα έχει κουμπωθεί
θα είναι κουμπωμένος, -η, -ο
θα έχουν κουμπωθεί
θα είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να κουμπώνω να κουμπώνουμε, να κουμπώνομε να κουμπώνομαι να κουμπωνόμαστε
να κουμπώνεις να κουμπώνετε να κουμπώνεσαι να κουμπώνεστε, να κουμπωνόσαστε
να κουμπώνει να κουμπώνουν(ε) να κουμπώνεται να κουμπώνονται
Aorist να κουμπώσω να κουμπώσουμε, να κουμπώσομε να κουμπωθώ να κουμπωθούμε
να κουμπώσεις να κουμπώσετε να κουμπωθείς να κουμπωθείτε
να κουμπώσει να κουμπώσουν(ε) να κουμπωθεί να κουμπωθούν(ε)
Perf να έχω κουμπώσει
να έχω κουμπωμένο
να έχουμε κουμπώσει
να έχουμε κουμπωμένο
να έχω κουμπωθεί
να είμαι κουμπωμένος, -η
να έχουμε κουμπωθεί
να είμαστε κουμπωμένοι, -ες
να έχεις κουμπώσει
να έχεις κουμπωμένο
να έχετε κουμπώσει
να έχετε κουμπωμένο
να έχεις κουμπωθεί
να είσαι κουμπωμένος, -η
να έχετε κουμπωθεί
να είστε κουμπωμένοι, -ες
να έχει κουμπώσει
να έχει κουμπωμένο
να έχουν κουμπώσει
να έχουν κουμπωμένο
να έχει κουμπωθεί
να είναι κουμπωμένος, -η, -ο
να έχουν κουμπωθεί
να είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres κούμπωνε κουμπώνετε κουμπώνεστε
Aorist κούμπωσε κουμπώστε, κουμπώσετε κουμπώσου κουμπωθείτε
Part
iciple
Pres κουμπώνοντας
Perf έχοντας κουμπώσει, έχοντας κουμπωμένο κουμπωμένος, -η, -ο κουμπωμένοι, -ες, -α
Infin Aorist κουμπώσει κουμπωθεί


2017-03-22T01:55:40+00:00