κουμπώνω (koumpono) — to button; to fasten

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κουμπώνω — to button; to fasten.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κουμπώνω κουμπώνομαι
εσύ — you κουμπώνεις κουμπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κουμπώνει κουμπώνεται
εμείς — we κουμπώνουμε, κουμπώνομε κουμπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κουμπώνετε κουμπώνεστε, κουμπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κουμπώνουν(ε) κουμπώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κούμπωνα κουμπωνόμουν(α)
εσύ — you κούμπωνες κουμπωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κούμπωνε κουμπωνόταν(ε)
εμείς — we κουμπώναμε κουμπωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κουμπώνατε κουμπωνόσαστε, κουμπωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κούμπωναν, κουμπώναν(ε) κουμπώνονταν, κουμπωνόντανε, κουμπωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κούμπωσα κουμπώθηκα
εσύ — you κούμπωσες κουμπώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κούμπωσε κουμπώθηκε
εμείς — we κουμπώσαμε κουμπωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κουμπώσατε κουμπωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κούμπωσαν, κουμπώσαν(ε) κουμπώθηκαν, κουμπωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κουμπώσει έχω κουμπωθεί
εσύ — you έχεις κουμπώσει έχεις κουμπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κουμπώσει έχει κουμπωθεί
εμείς — we έχουμε κουμπώσει έχουμε κουμπωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κουμπώσει έχετε κουμπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κουμπώσει έχουν κουμπωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κουμπώσει είχα κουμπωθεί
εσύ — you είχες κουμπώσει είχες κουμπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κουμπώσει είχε κουμπωθεί
εμείς — we είχαμε κουμπώσει είχαμε κουμπωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κουμπώσει είχατε κουμπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κουμπώσει είχαν κουμπωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουμπώνω θα κουμπώνομαι
εσύ — you θα κουμπώνεις θα κουμπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουμπώνει θα κουμπώνεται
εμείς — we θα κουμπώνουμε, θα κουμπώνομε θα κουμπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κουμπώνετε θα κουμπώνεστε, θα κουμπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουμπώνουν(ε) θα κουμπώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουμπώσω θα κουμπωθώ
εσύ — you θα κουμπώσεις θα κουμπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουμπώσει θα κουμπωθεί
εμείς — we θα κουμπώσουμε, θα κουμπώσομε θα κουμπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κουμπώσετε θα κουμπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουμπώσουν θα κουμπωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κουμπώσει θα έχω κουμπωθεί
εσύ — you θα έχεις κουμπώσει θα έχεις κουμπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κουμπώσει θα έχει κουμπωθεί
εμείς — we θα έχουμε κουμπώσει θα έχουμε κουμπωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κουμπώσει θα έχετε κουμπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κουμπώσει θα έχουν κουμπωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουμπώνω να κουμπώνομαι
εσύ — you να κουμπώνεις να κουμπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουμπώνει να κουμπώνεται
εμείς — we να κουμπώνουμε, να κουμπώνομε να κουμπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κουμπώνετε να κουμπώνεστε, να κουμπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουμπώνουν(ε) να κουμπώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουμπώσω να κουμπωθώ
εσύ — you να κουμπώσεις να κουμπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουμπώσει να κουμπωθεί
εμείς — we να κουμπώσουμε, να κουμπώσομε να κουμπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κουμπώσετε να κουμπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουμπώσουν(ε) να κουμπωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κουμπώσει να έχω κουμπωθεί
εσύ — you να έχεις κουμπώσει να έχεις κουμπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κουμπώσει να έχει κουμπωθεί
εμείς — we να έχουμε κουμπώσει να έχουμε κουμπωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κουμπώσει να έχετε κουμπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κουμπώσει να έχουν κουμπωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κούμπωνε κουμπώνετε — —
Simple κούμπωσε κουμπώστε κουμπώσου κουμπωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κουμπώνω means to button or fasten clothing; κουμπώνομαι can mean to button up one’s own clothes. Κουμπωμένος can also mean reserved or guarded.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κούμπωσε το παλτό σου.

Button up your coat.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κουμπώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/koumpono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /koumpono/