κατεδαφίζω (katedafizo) — to demolish

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κατεδαφίζω — to demolish.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατεδαφίζω κατεδαφίζομαι
εσύ — you κατεδαφίζεις κατεδαφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατεδαφίζει κατεδαφίζεται
εμείς — we κατεδαφίζουμε, κατεδαφίζομε κατεδαφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κατεδαφίζετε κατεδαφίζεστε, κατεδαφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατεδαφίζουν(ε) κατεδαφίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατεδάφιζα κατεδαφιζόμουν(α)
εσύ — you κατεδάφιζες κατεδαφιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατεδάφιζε κατεδαφιζόταν(ε)
εμείς — we κατεδαφίζαμε κατεδαφιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κατεδαφίζατε κατεδαφιζόσαστε, κατεδαφιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατεδάφιζαν, κατεδαφίζαν(ε) κατεδαφίζονταν, κατεδαφιζόντανε, κατεδαφιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατεδάφισα κατεδαφίστηκα
εσύ — you κατεδάφισες κατεδαφίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατεδάφισε κατεδαφίστηκε
εμείς — we κατεδαφίσαμε κατεδαφιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κατεδαφίσατε κατεδαφιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατεδάφισαν, κατεδαφίσαν(ε) κατεδαφίστηκαν, κατεδαφιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κατεδαφίσει έχω κατεδαφιστεί
εσύ — you έχεις κατεδαφίσει έχεις κατεδαφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κατεδαφίσει έχει κατεδαφιστεί
εμείς — we έχουμε κατεδαφίσει έχουμε κατεδαφιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κατεδαφίσει έχετε κατεδαφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κατεδαφίσει έχουν κατεδαφιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κατεδαφίσει είχα κατεδαφιστεί
εσύ — you είχες κατεδαφίσει είχες κατεδαφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κατεδαφίσει είχε κατεδαφιστεί
εμείς — we είχαμε κατεδαφίσει είχαμε κατεδαφιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κατεδαφίσει είχατε κατεδαφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κατεδαφίσει είχαν κατεδαφιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατεδαφίζω θα κατεδαφίζομαι
εσύ — you θα κατεδαφίζεις θα κατεδαφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατεδαφίζει θα κατεδαφίζεται
εμείς — we θα κατεδαφίζουμε, θα κατεδαφίζομε θα κατεδαφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κατεδαφίζετε θα κατεδαφίζεστε, θα κατεδαφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατεδαφίζουν(ε) θα κατεδαφίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατεδαφίσω θα κατεδαφιστώ
εσύ — you θα κατεδαφίσεις θα κατεδαφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατεδαφίσει θα κατεδαφιστεί
εμείς — we θα κατεδαφίσουμε, θα κατεδαφίσομε θα κατεδαφιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κατεδαφίσετε θα κατεδαφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατεδαφίσουν(ε) θα κατεδαφιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κατεδαφίσει θα έχω κατεδαφιστεί
εσύ — you θα έχεις κατεδαφίσει θα έχεις κατεδαφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κατεδαφίσει θα έχει κατεδαφιστεί
εμείς — we θα έχουμε κατεδαφίσει θα έχουμε κατεδαφιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κατεδαφίσει θα έχετε κατεδαφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κατεδαφίσει θα έχουν κατεδαφιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατεδαφίζω να κατεδαφίζομαι
εσύ — you να κατεδαφίζεις να κατεδαφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατεδαφίζει να κατεδαφίζεται
εμείς — we να κατεδαφίζουμε, να κατεδαφίζομε να κατεδαφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κατεδαφίζετε να κατεδαφίζεστε, να κατεδαφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατεδαφίζουν(ε) να κατεδαφίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατεδαφίσω να κατεδαφιστώ
εσύ — you να κατεδαφίσεις να κατεδαφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατεδαφίσει να κατεδαφιστεί
εμείς — we να κατεδαφίσουμε, να κατεδαφίσομε να κατεδαφιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να κατεδαφίσετε να κατεδαφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατεδαφίσουν(ε) να κατεδαφιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κατεδαφίσει να έχω κατεδαφιστεί
εσύ — you να έχεις κατεδαφίσει να έχεις κατεδαφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κατεδαφίσει να έχει κατεδαφιστεί
εμείς — we να έχουμε κατεδαφίσει να έχουμε κατεδαφιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κατεδαφίσει να έχετε κατεδαφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κατεδαφίσει να έχουν κατεδαφιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατεδάφιζε κατεδαφίζετε — —
Simple κατεδάφισε κατεδαφίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κατεδαφίζω means to demolish a building or structure. Passive forms normally describe the structure being demolished.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κατεδάφισαν το παλιό κτίριο.

They demolished the old building.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατεδαφίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katedafizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katedafizo/