καθαρίζω (katharizo) — to clean; to peel

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καθαρίζω — to clean; to peel.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθαρίζω καθαρίζομαι
εσύ — you καθαρίζεις καθαρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθαρίζει καθαρίζεται
εμείς — we καθαρίζουμε, καθαρίζομε καθαριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καθαρίζετε καθαρίζεστε, καθαριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθαρίζουν(ε) καθαρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθάριζα καθαριζόμουν(α)
εσύ — you καθάριζες καθαριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθάριζε καθαριζόταν(ε)
εμείς — we καθαρίζαμε καθαριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καθαρίζατε καθαριζόσαστε, καθαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθάριζαν, καθαρίζαν(ε) καθαρίζονταν, καθαριζόντανε, καθαριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθάρισα καθαρίστηκα
εσύ — you καθάρισες καθαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθάρισε καθαρίστηκε
εμείς — we καθαρίσαμε καθαριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καθαρίσατε καθαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθάρισαν, καθαρίσαν(ε) καθαρίστηκαν, καθαριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καθαρίσει έχω καθαριστεί
εσύ — you έχεις καθαρίσει έχεις καθαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καθαρίσει έχει καθαριστεί
εμείς — we έχουμε καθαρίσει έχουμε καθαριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καθαρίσει έχετε καθαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καθαρίσει έχουν καθαριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καθαρίσει είχα καθαριστεί
εσύ — you είχες καθαρίσει είχες καθαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καθαρίσει είχε καθαριστεί
εμείς — we είχαμε καθαρίσει είχαμε καθαριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καθαρίσει είχατε καθαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καθαρίσει είχαν καθαριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καθαρίζω θα καθαρίζομαι
εσύ — you θα καθαρίζεις θα καθαρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθαρίζει θα καθαρίζεται
εμείς — we θα καθαρίζουμε, θα καθαρίζομε θα καθαριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καθαρίζετε θα καθαρίζεστε, θα καθαριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθαρίζουν(ε) θα καθαρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καθαρίσω θα καθαριστώ
εσύ — you θα καθαρίσεις θα καθαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθαρίσει θα καθαριστεί
εμείς — we θα καθαρίσουμε, θα καθαρίσομε θα καθαριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καθαρίσετε θα καθαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθαρίσουν(ε) θα καθαριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καθαρίσει θα έχω καθαριστεί
εσύ — you θα έχεις καθαρίσει θα έχεις καθαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καθαρίσει θα έχει καθαριστεί
εμείς — we θα έχουμε καθαρίσει θα έχουμε καθαριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καθαρίσει θα έχετε καθαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καθαρίσει θα έχουν καθαριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καθαρίζω να καθαρίζομαι
εσύ — you να καθαρίζεις να καθαρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθαρίζει να καθαρίζεται
εμείς — we να καθαρίζουμε, να καθαρίζομε να καθαριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καθαρίζετε να καθαρίζεστε, να καθαριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθαρίζουν(ε) να καθαρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καθαρίσω να καθαριστώ
εσύ — you να καθαρίσεις να καθαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθαρίσει να καθαριστεί
εμείς — we να καθαρίσουμε, να καθαρίσομε να καθαριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να καθαρίσετε να καθαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθαρίσουν(ε) να καθαριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καθαρίσει να έχω καθαριστεί
εσύ — you να έχεις καθαρίσει να έχεις καθαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καθαρίσει να έχει καθαριστεί
εμείς — we να έχουμε καθαρίσει να έχουμε καθαριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καθαρίσει να έχετε καθαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καθαρίσει να έχουν καθαριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous καθάριζε καθαρίζετε — —
Simple καθάρισε καθαρίστε καθαρίσου καθαριστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καθαρίζω can mean to clean a surface or to peel/prepare food such as potatoes or fish.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Καθάρισα τις πατάτες.

I peeled the potatoes.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καθαρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katharizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katharizo/