Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

καθυστερώ — to delay; to be late

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καθυστερώ — to delay; to be late.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καθυστερώ
εσύ — you καθυστερείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθυστερεί
εμείς — we καθυστερούμε
εσείς — you (plural / polite) καθυστερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθυστερούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καθυστερούσα
εσύ — you καθυστερούσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθυστερούσε
εμείς — we καθυστερούσαμε
εσείς — you (plural / polite) καθυστερούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθυστερούσαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καθυστέρησα
εσύ — you καθυστέρησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθυστέρησε
εμείς — we καθυστερήσαμε
εσείς — you (plural / polite) καθυστερήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθυστέρησαν, καθυστερήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω καθυστερήσει
εσύ — you έχεις καθυστερήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καθυστερήσει
εμείς — we έχουμε καθυστερήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε καθυστερήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καθυστερήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα καθυστερήσει
εσύ — you είχες καθυστερήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καθυστερήσει
εμείς — we είχαμε καθυστερήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε καθυστερήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καθυστερήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καθυστερώ
εσύ — you θα καθυστερείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθυστερεί
εμείς — we θα καθυστερούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καθυστερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθυστερούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καθυστερήσω
εσύ — you θα καθυστερήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθυστερήσει
εμείς — we θα καθυστερήσουμε
εσείς — you (plural / polite) θα καθυστερήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθυστερήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω καθυστερήσει
εσύ — you θα έχεις καθυστερήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καθυστερήσει
εμείς — we θα έχουμε καθυστερήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καθυστερήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καθυστερήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καθυστερώ
εσύ — you να καθυστερείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθυστερεί
εμείς — we να καθυστερούμε
εσείς — you (plural / polite) να καθυστερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθυστερούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καθυστερήσω
εσύ — you να καθυστερήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθυστερήσει
εμείς — we να καθυστερήσουμε, να καθυστερήσομε
εσείς — you (plural / polite) να καθυστερήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθυστερήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω καθυστερήσει
εσύ — you να έχεις καθυστερήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καθυστερήσει
εμείς — we να έχουμε καθυστερήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καθυστερήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καθυστερήσει

Imperative · Προστακτική

—

Simple: καθυστέρησε (εσύ); καθυστερήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καθυστερώ can mean to be late or to delay someone or something. Μην καθυστερείς means Do not be late or Do not take too long.

Το λεωφορείο καθυστέρησε.

The bus was late.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καθυστερώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kathistero/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /kathistero/