καθιστώ (kathisto) — to render; to make something become

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καθιστώ — to render; to make something become.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθιστώ καθίσταμαι
εσύ — you καθιστάς καθίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθιστά καθίσταται
εμείς — we καθιστούμε καθιστάμεθα
εσείς — you (plural / polite) καθιστάτε καθίστασθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθιστούν(ε) καθίστανται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθιστούσα —
εσύ — you καθιστούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθιστούσε καθίστατο
εμείς — we καθιστούσαμε —
εσείς — you (plural / polite) καθιστούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθιστούσαν(ε) καθίσταντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέστησα —
εσύ — you κατέστησες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέστησε κατέστη
εμείς — we καταστήσαμε —
εσείς — you (plural / polite) καταστήσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέστησαν, καταστήσαν(ε) κατέστησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταστήσει έχω καταστεί
εσύ — you έχεις καταστήσει έχεις καταστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταστήσει έχει καταστεί
εμείς — we έχουμε καταστήσει έχουμε καταστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταστήσει έχετε καταστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταστήσει έχουν καταστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταστήσει είχα καταστεί
εσύ — you είχες καταστήσει είχες καταστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταστήσει είχε καταστεί
εμείς — we είχαμε καταστήσει είχαμε καταστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταστήσει είχατε καταστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταστήσει είχαν καταστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καθιστώ θα καθίσταμαι
εσύ — you θα καθιστάς θα καθίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθιστά θα καθίσταται
εμείς — we θα καθιστούμε θα καθιστάμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα καθιστάτε θα καθίστασθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθιστούν(ε) θα καθίστανται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταστήσω θα καταστώ
εσύ — you θα καταστήσεις θα καταστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταστήσει θα καταστεί
εμείς — we θα καταστήσουμε, θα καταστήσομε θα καταστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταστήσετε θα καταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταστήσουν(ε) θα καταστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταστήσει θα έχω καταστεί
εσύ — you θα έχεις καταστήσει θα έχεις καταστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταστήσει θα έχει καταστεί
εμείς — we θα έχουμε καταστήσει θα έχουμε καταστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταστήσει θα έχετε καταστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταστήσει θα έχουν καταστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καθιστώ να καθίσταμαι
εσύ — you να καθιστάς να καθίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθιστά να καθίσταται
εμείς — we να καθιστούμε να καθιστάμεθα
εσείς — you (plural / polite) να καθιστάτε να καθίστασθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθιστούν(ε) να καθίστανται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταστήσω να καταστώ
εσύ — you να καταστήσεις να καταστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταστήσει να καταστεί
εμείς — we να καταστήσουμε, να καταστήσομε να καταστούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταστήσετε να καταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταστήσουν(ε) να καταστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταστήσει να έχω καταστεί
εσύ — you να έχεις καταστήσει να έχεις καταστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταστήσει να έχει καταστεί
εμείς — we να έχουμε καταστήσει να έχουμε καταστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταστήσει να έχετε καταστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταστήσει να έχουν καταστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — καθιστάτε — —
Simple κατάστησε καταστήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καθιστώ is formal and usually takes a complement: καθιστώ κάτι σαφές (make something clear). Καθίσταμαι means to become. Rare personal passive past forms are omitted; the usual learned third-person past is κατέστη / κατέστησαν. Κατεστημένος often means established, not a general alternative perfect.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η αλλαγή κατέστησε τη διαδικασία ευκολότερη.

The change made the procedure easier.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καθιστώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kathisto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kathisto/