καθορίζω (kathorizo) — to define; to determine

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καθορίζω — to define; to determine.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθορίζω καθορίζομαι
εσύ — you καθορίζεις καθορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθορίζει καθορίζεται
εμείς — we καθορίζουμε, καθορίζομε καθοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καθορίζετε καθορίζεστε, καθοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθορίζουν(ε) καθορίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθόριζα καθοριζόμουν(α)
εσύ — you καθόριζες καθοριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθόριζε καθοριζόταν(ε)
εμείς — we καθορίζαμε καθοριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καθορίζατε καθοριζόσαστε, καθοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθόριζαν, καθορίζαν(ε) καθορίζονταν, καθοριζόντανε, καθοριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καθόρισα καθορίστηκα
εσύ — you καθόρισες καθορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθόρισε καθορίστηκε
εμείς — we καθορίσαμε καθοριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καθορίσατε καθοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καθόρισαν, καθορίσαν(ε) καθορίστηκαν, καθοριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καθορίσει έχω καθοριστεί
εσύ — you έχεις καθορίσει έχεις καθοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καθορίσει έχει καθοριστεί
εμείς — we έχουμε καθορίσει έχουμε καθοριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καθορίσει έχετε καθοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καθορίσει έχουν καθοριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καθορίσει είχα καθοριστεί
εσύ — you είχες καθορίσει είχες καθοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καθορίσει είχε καθοριστεί
εμείς — we είχαμε καθορίσει είχαμε καθοριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καθορίσει είχατε καθοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καθορίσει είχαν καθοριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καθορίζω θα καθορίζομαι
εσύ — you θα καθορίζεις θα καθορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθορίζει θα καθορίζεται
εμείς — we θα καθορίζουμε, θα καθορίζομε θα καθοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καθορίζετε θα καθορίζεστε, θα καθοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθορίζουν(ε) θα καθορίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καθορίσω θα καθοριστώ
εσύ — you θα καθορίσεις θα καθοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καθορίσει θα καθοριστεί
εμείς — we θα καθορίσουμε, θα καθορίσομε θα καθοριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καθορίσετε θα καθοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καθορίσουν(ε) θα καθοριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καθορίσει θα έχω καθοριστεί
εσύ — you θα έχεις καθορίσει θα έχεις καθοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καθορίσει θα έχει καθοριστεί
εμείς — we θα έχουμε καθορίσει θα έχουμε καθοριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καθορίσει θα έχετε καθοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καθορίσει θα έχουν καθοριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καθορίζω να καθορίζομαι
εσύ — you να καθορίζεις να καθορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθορίζει να καθορίζεται
εμείς — we να καθορίζουμε, να καθορίζομε να καθοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καθορίζετε να καθορίζεστε, να καθοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθορίζουν(ε) να καθορίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καθορίσω να καθοριστώ
εσύ — you να καθορίσεις να καθοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καθορίσει να καθοριστεί
εμείς — we να καθορίσουμε, να καθορίσομε να καθοριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να καθορίσετε να καθοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καθορίσουν(ε) να καθοριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καθορίσει να έχω καθοριστεί
εσύ — you να έχεις καθορίσει να έχεις καθοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καθορίσει να έχει καθοριστεί
εμείς — we να έχουμε καθορίσει να έχουμε καθοριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καθορίσει να έχετε καθοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καθορίσει να έχουν καθοριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous καθόριζε καθορίζετε — —
Simple καθόρισε καθορίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καθορίζω can mean to define, determine, or set something such as a date, price, or boundary.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Καθορίσαμε την ημερομηνία της συνάντησης.

We set the date of the meeting.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καθορίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kathorizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kathorizo/