Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γυαλίζω — to polish; to shine

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γυαλίζω — to polish; to shine.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γυαλίζω γυαλίζομαι
εσύ — you γυαλίζεις γυαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γυαλίζει γυαλίζεται
εμείς — we γυαλίζουμε, γυαλίζομε γυαλιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) γυαλίζετε γυαλίζεστε, γυαλιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γυαλίζουν(ε) γυαλίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γυάλιζα γυαλιζόμουν(α)
εσύ — you γυάλιζες γυαλιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γυάλιζε γυαλιζόταν(ε)
εμείς — we γυαλίζαμε γυαλιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) γυαλίζατε γυαλιζόσαστε, γυαλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they γυάλιζαν, γυαλίζαν(ε) γυαλίζονταν, γυαλιζόντανε, γυαλιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γυάλισα γυαλίστηκα
εσύ — you γυάλισες γυαλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γυάλισε γυαλίστηκε
εμείς — we γυαλίσαμε γυαλιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) γυαλίσατε γυαλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γυάλισαν, γυαλίσαν(ε) γυαλίστηκαν, γυαλιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω γυαλίσει έχω γυαλιστεί
εσύ — you έχεις γυαλίσει έχεις γυαλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γυαλίσει έχει γυαλιστεί
εμείς — we έχουμε γυαλίσει έχουμε γυαλιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε γυαλίσει έχετε γυαλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γυαλίσει έχουν γυαλιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα γυαλίσει είχα γυαλιστεί
εσύ — you είχες γυαλίσει είχες γυαλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γυαλίσει είχε γυαλιστεί
εμείς — we είχαμε γυαλίσει είχαμε γυαλιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε γυαλίσει είχατε γυαλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γυαλίσει είχαν γυαλιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γυαλίζω θα γυαλίζομαι
εσύ — you θα γυαλίζεις θα γυαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γυαλίζει θα γυαλίζεται
εμείς — we θα γυαλίζουμε, θα γυαλίζομε θα γυαλιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα γυαλίζετε θα γυαλίζεστε, θα γυαλιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γυαλίζουν(ε) θα γυαλίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γυαλίσω θα γυαλιστώ
εσύ — you θα γυαλίσεις θα γυαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γυαλίσει θα γυαλιστεί
εμείς — we θα γυαλίσουμε, θα γυαλίσομε θα γυαλιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γυαλίσετε θα γυαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γυαλίσουν(ε) θα γυαλιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω γυαλίσει θα έχω γυαλιστεί
εσύ — you θα έχεις γυαλίσει θα έχεις γυαλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γυαλίσει θα έχει γυαλιστεί
εμείς — we θα έχουμε γυαλίσει θα έχουμε γυαλιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γυαλίσει θα έχετε γυαλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γυαλίσει θα έχουν γυαλιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γυαλίζω να γυαλίζομαι
εσύ — you να γυαλίζεις να γυαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γυαλίζει να γυαλίζεται
εμείς — we να γυαλίζουμε, να γυαλίζομε να γυαλιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να γυαλίζετε να γυαλίζεστε, να γυαλιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γυαλίζουν(ε) να γυαλίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γυαλίσω να γυαλιστώ
εσύ — you να γυαλίσεις να γυαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γυαλίσει να γυαλιστεί
εμείς — we να γυαλίσουμε, να γυαλίσομε να γυαλιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να γυαλίσετε να γυαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γυαλίσουν(ε) να γυαλιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω γυαλίσει να έχω γυαλιστεί
εσύ — you να έχεις γυαλίσει να έχεις γυαλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γυαλίσει να έχει γυαλιστεί
εμείς — we να έχουμε γυαλίσει να έχουμε γυαλιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γυαλίσει να έχετε γυαλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γυαλίσει να έχουν γυαλιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous γυάλιζε γυαλίζετε — —
Simple γυάλισε γυαλίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γυαλίζω can be transitive (polish something) or intransitive (shine or gleam). Passive forms describe an object being polished.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τα παπούτσια γυαλίζουν.

The shoes shine.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γυαλίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gualizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /gualizo/