Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ζουλάω / ζουλώ — to squeeze; press.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ζουλάω | ζουλιέμαι |
| εσύ — you | ζουλάς | ζουλιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ζουλάει, ζουλά | ζουλιέται |
| εμείς — we | ζουλάμε, ζουλούμε | ζουλιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ζουλάτε | ζουλιέστε, ζουλιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ζουλάν(ε), ζουλούν(ε) | ζουλιούνται, ζουλιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ζουλούσα, ζούλαγα | ζουλιόμουν(α) |
| εσύ — you | ζουλούσες, ζούλαγες | ζουλιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ζουλούσε, ζούλαγε | ζουλιόταν(ε) |
| εμείς — we | ζουλούσαμε, ζουλάγαμε | ζουλιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ζουλούσατε, ζουλάγατε | ζουλιόσαστε, ζουλιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ζουλούσαν(ε), ζούλαγαν, ζουλάγανε | ζουλιόνταν(ε), ζουλιούνταν, ζουλιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ζούληξα | ζουλήχτηκα |
| εσύ — you | ζούληξες | ζουλήχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ζούληξε | ζουλήχτηκε |
| εμείς — we | ζουλήξαμε | ζουληχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ζουλήξατε | ζουληχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ζούληξαν, ζουλήξαν(ε) | ζουλήχτηκαν, ζουληχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ζουλήξει | έχω ζουληχτεί |
| εσύ — you | έχεις ζουλήξει | έχεις ζουληχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ζουλήξει | έχει ζουληχτεί |
| εμείς — we | έχουμε ζουλήξει | έχουμε ζουληχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ζουλήξει | έχετε ζουληχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ζουλήξει | έχουν ζουληχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ζουλήξει | είχα ζουληχτεί |
| εσύ — you | είχες ζουλήξει | είχες ζουληχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ζουλήξει | είχε ζουληχτεί |
| εμείς — we | είχαμε ζουλήξει | είχαμε ζουληχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ζουλήξει | είχατε ζουληχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ζουλήξει | είχαν ζουληχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ζουλάω, θα ζουλώ | θα ζουλιέμαι |
| εσύ — you | θα ζουλάς | θα ζουλιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ζουλάει, θα ζουλά | θα ζουλιέται |
| εμείς — we | θα ζουλάμε, θα ζουλούμε | θα ζουλιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ζουλάτε | θα ζουλιέστε, θα ζουλιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ζουλάν(ε), θα ζουλούν(ε) | θα ζουλιούνται, θα ζουλιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ζουλήξω | θα ζουληχτώ |
| εσύ — you | θα ζουλήξεις | θα ζουληχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ζουλήξει | θα ζουληχτεί |
| εμείς — we | θα ζουλήξουμε, θα ζουλήξομε | θα ζουληχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ζουλήξετε | θα ζουληχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ζουλήξουν(ε) | θα ζουληχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ζουλήξει | θα έχω ζουληχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις ζουλήξει | θα έχεις ζουληχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ζουλήξει | θα έχει ζουληχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ζουλήξει | θα έχουμε ζουληχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ζουλήξει | θα έχετε ζουληχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ζουλήξει | θα έχουν ζουληχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ζουλάω, να ζουλώ | να ζουλιέμαι |
| εσύ — you | να ζουλάς | να ζουλιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ζουλάει, να ζουλά | να ζουλιέται |
| εμείς — we | να ζουλάμε, να ζουλούμε | να ζουλιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ζουλάτε | να ζουλιέστε, να ζουλιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ζουλάν(ε), να ζουλούν(ε) | να ζουλιούνται, να ζουλιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ζουλήξω | να ζουληχτώ |
| εσύ — you | να ζουλήξεις | να ζουληχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ζουλήξει | να ζουληχτεί |
| εμείς — we | να ζουλήξουμε, να ζουλήξομε | να ζουληχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ζουλήξετε | να ζουληχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ζουλήξουν(ε) | να ζουληχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ζουλήξει | να έχω ζουληχτεί |
| εσύ — you | να έχεις ζουλήξει | να έχεις ζουληχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ζουλήξει | να έχει ζουληχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε ζουλήξει | να έχουμε ζουληχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ζουλήξει | να έχετε ζουληχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ζουλήξει | να έχουν ζουληχτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ζούλα (εσύ), ζουλάτε (εσείς).
Simple: ζούληξε (εσύ); ζουλήξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- An everyday verb for squeezing, pressing or squashing something. The perfective stem is ζουληξ-, with passive ζουλήχτηκα / ζουληχτώ. ζουληγμένος, -η, -ο means squeezed or squashed.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Μη ζουλάς τα φρούτα.
Do not squeeze the fruit.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζουλώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zoulao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/zoulao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.