Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ζουλάω — to squeeze

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ζουλάω / ζουλώ — to squeeze; press.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζουλάω ζουλιέμαι
εσύ — you ζουλάς ζουλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζουλάει, ζουλά ζουλιέται
εμείς — we ζουλάμε, ζουλούμε ζουλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ζουλάτε ζουλιέστε, ζουλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζουλάν(ε), ζουλούν(ε) ζουλιούνται, ζουλιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζουλούσα, ζούλαγα ζουλιόμουν(α)
εσύ — you ζουλούσες, ζούλαγες ζουλιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζουλούσε, ζούλαγε ζουλιόταν(ε)
εμείς — we ζουλούσαμε, ζουλάγαμε ζουλιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ζουλούσατε, ζουλάγατε ζουλιόσαστε, ζουλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζουλούσαν(ε), ζούλαγαν, ζουλάγανε ζουλιόνταν(ε), ζουλιούνταν, ζουλιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζούληξα ζουλήχτηκα
εσύ — you ζούληξες ζουλήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζούληξε ζουλήχτηκε
εμείς — we ζουλήξαμε ζουληχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ζουλήξατε ζουληχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζούληξαν, ζουλήξαν(ε) ζουλήχτηκαν, ζουληχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ζουλήξει έχω ζουληχτεί
εσύ — you έχεις ζουλήξει έχεις ζουληχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ζουλήξει έχει ζουληχτεί
εμείς — we έχουμε ζουλήξει έχουμε ζουληχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ζουλήξει έχετε ζουληχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ζουλήξει έχουν ζουληχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ζουλήξει είχα ζουληχτεί
εσύ — you είχες ζουλήξει είχες ζουληχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ζουλήξει είχε ζουληχτεί
εμείς — we είχαμε ζουλήξει είχαμε ζουληχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ζουλήξει είχατε ζουληχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ζουλήξει είχαν ζουληχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζουλάω, θα ζουλώ θα ζουλιέμαι
εσύ — you θα ζουλάς θα ζουλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζουλάει, θα ζουλά θα ζουλιέται
εμείς — we θα ζουλάμε, θα ζουλούμε θα ζουλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ζουλάτε θα ζουλιέστε, θα ζουλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζουλάν(ε), θα ζουλούν(ε) θα ζουλιούνται, θα ζουλιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζουλήξω θα ζουληχτώ
εσύ — you θα ζουλήξεις θα ζουληχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζουλήξει θα ζουληχτεί
εμείς — we θα ζουλήξουμε, θα ζουλήξομε θα ζουληχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ζουλήξετε θα ζουληχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζουλήξουν(ε) θα ζουληχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ζουλήξει θα έχω ζουληχτεί
εσύ — you θα έχεις ζουλήξει θα έχεις ζουληχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ζουλήξει θα έχει ζουληχτεί
εμείς — we θα έχουμε ζουλήξει θα έχουμε ζουληχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ζουλήξει θα έχετε ζουληχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ζουλήξει θα έχουν ζουληχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζουλάω, να ζουλώ να ζουλιέμαι
εσύ — you να ζουλάς να ζουλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζουλάει, να ζουλά να ζουλιέται
εμείς — we να ζουλάμε, να ζουλούμε να ζουλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ζουλάτε να ζουλιέστε, να ζουλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζουλάν(ε), να ζουλούν(ε) να ζουλιούνται, να ζουλιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζουλήξω να ζουληχτώ
εσύ — you να ζουλήξεις να ζουληχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζουλήξει να ζουληχτεί
εμείς — we να ζουλήξουμε, να ζουλήξομε να ζουληχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να ζουλήξετε να ζουληχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζουλήξουν(ε) να ζουληχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ζουλήξει να έχω ζουληχτεί
εσύ — you να έχεις ζουλήξει να έχεις ζουληχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ζουλήξει να έχει ζουληχτεί
εμείς — we να έχουμε ζουλήξει να έχουμε ζουληχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ζουλήξει να έχετε ζουληχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ζουλήξει να έχουν ζουληχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ζούλα (εσύ), ζουλάτε (εσείς).

Simple: ζούληξε (εσύ); ζουλήξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • An everyday verb for squeezing, pressing or squashing something. The perfective stem is ζουληξ-, with passive ζουλήχτηκα / ζουληχτώ. ζουληγμένος, -η, -ο means squeezed or squashed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μη ζουλάς τα φρούτα.

Do not squeeze the fruit.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζουλώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zoulao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /zoulao/