Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χαράζω — to carve; engrave; mark out.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαράζω | χαράζομαι |
| εσύ — you | χαράζεις | χαράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαράζει | χαράζεται |
| εμείς — we | χαράζουμε, χαράζομε | χαραζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαράζετε | χαράζεστε, χαραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαράζουν(ε) | χαράζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χάραζα | χαραζόμουν(α) |
| εσύ — you | χάραζες | χαραζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χάραζε | χαραζόταν(ε) |
| εμείς — we | χαράζαμε | χαραζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χαράζατε | χαραζόσαστε, χαραζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χάραζαν, χαράζαν(ε) | χαράζονταν, χαραζόντανε, χαραζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χάραξα | χαράχτηκα |
| εσύ — you | χάραξες | χαράχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χάραξε | χαράχτηκε |
| εμείς — we | χαράξαμε | χαραχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαράξατε | χαραχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χάραξαν, χαράξαν(ε) | χαράχτηκαν, χαραχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χαράξει | έχω χαραχτεί |
| εσύ — you | έχεις χαράξει | έχεις χαραχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χαράξει | έχει χαραχτεί |
| εμείς — we | έχουμε χαράξει | έχουμε χαραχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χαράξει | έχετε χαραχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χαράξει | έχουν χαραχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χαράξει | είχα χαραχτεί |
| εσύ — you | είχες χαράξει | είχες χαραχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χαράξει | είχε χαραχτεί |
| εμείς — we | είχαμε χαράξει | είχαμε χαραχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χαράξει | είχατε χαραχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χαράξει | είχαν χαραχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαράζω | θα χαράζομαι |
| εσύ — you | θα χαράζεις | θα χαράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαράζει | θα χαράζεται |
| εμείς — we | θα χαράζουμε, θα χαράζομε | θα χαραζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαράζετε | θα χαράζεστε, θα χαραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαράζουν(ε) | θα χαράζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαράξω | θα χαραχτώ |
| εσύ — you | θα χαράξεις | θα χαραχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαράξει | θα χαραχτεί |
| εμείς — we | θα χαράξουμε, θα χαράξομε | θα χαραχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαράξετε | θα χαραχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαράξουν(ε) | θα χαραχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χαράξει | θα έχω χαραχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις χαράξει | θα έχεις χαραχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χαράξει | θα έχει χαραχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χαράξει | θα έχουμε χαραχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χαράξει | θα έχετε χαραχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χαράξει | θα έχουν χαραχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαράζω | να χαράζομαι |
| εσύ — you | να χαράζεις | να χαράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαράζει | να χαράζεται |
| εμείς — we | να χαράζουμε, να χαράζομε | να χαραζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαράζετε | να χαράζεστε, να χαραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαράζουν(ε) | να χαράζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαράξω | να χαραχτώ |
| εσύ — you | να χαράξεις | να χαραχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαράξει | να χαραχτεί |
| εμείς — we | να χαράξουμε, να χαράξομε | να χαραχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαράξετε | να χαραχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαράξουν(ε) | να χαραχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χαράξει | να έχω χαραχτεί |
| εσύ — you | να έχεις χαράξει | να έχεις χαραχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χαράξει | να έχει χαραχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε χαράξει | να έχουμε χαραχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χαράξει | να έχετε χαραχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χαράξει | να έχουν χαραχτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χάραζε (εσύ), χαράζετε (εσείς).
Simple: χάραξε (εσύ); χαράξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Used for engraving a surface, tracing a line or planning a route. Impersonal χαράζει also means dawn is breaking; that meaning normally uses third-person active forms. χαραγμένος, -η, -ο means engraved or etched.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Χάραξε μια γραμμή στο ξύλο.
She scored a line in the wood.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαράζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xarazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xarazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.