Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

χαρακτηρίζω — to characterize

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

χαρακτηρίζω — to characterise; describe as.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαρακτηρίζω χαρακτηρίζομαι
εσύ — you χαρακτηρίζεις χαρακτηρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαρακτηρίζει χαρακτηρίζεται
εμείς — we χαρακτηρίζουμε, χαρακτηρίζομε χαρακτηριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) χαρακτηρίζετε χαρακτηρίζεστε, χαρακτηριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαρακτηρίζουν(ε) χαρακτηρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαρακτήριζα χαρακτηριζόμουν(α)
εσύ — you χαρακτήριζες χαρακτηριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαρακτήριζε χαρακτηριζόταν(ε)
εμείς — we χαρακτηρίζαμε χαρακτηριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) χαρακτηρίζατε χαρακτηριζόσαστε, χαρακτηριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαρακτήριζαν, χαρακτηρίζαν(ε) χαρακτηρίζονταν, χαρακτηριζόντανε, χαρακτηριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαρακτήρισα χαρακτηρίστηκα
εσύ — you χαρακτήρισες χαρακτηρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαρακτήρισε χαρακτηρίστηκε
εμείς — we χαρακτηρίσαμε χαρακτηριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) χαρακτηρίσατε χαρακτηριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαρακτήρισαν, χαρακτηρίσαν(ε) χαρακτηρίστηκαν, χαρακτηριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω χαρακτηρίσει έχω χαρακτηριστεί
εσύ — you έχεις χαρακτηρίσει έχεις χαρακτηριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει χαρακτηρίσει έχει χαρακτηριστεί
εμείς — we έχουμε χαρακτηρίσει έχουμε χαρακτηριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε χαρακτηρίσει έχετε χαρακτηριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν χαρακτηρίσει έχουν χαρακτηριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα χαρακτηρίσει είχα χαρακτηριστεί
εσύ — you είχες χαρακτηρίσει είχες χαρακτηριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε χαρακτηρίσει είχε χαρακτηριστεί
εμείς — we είχαμε χαρακτηρίσει είχαμε χαρακτηριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε χαρακτηρίσει είχατε χαρακτηριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν χαρακτηρίσει είχαν χαρακτηριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαρακτηρίζω θα χαρακτηρίζομαι
εσύ — you θα χαρακτηρίζεις θα χαρακτηρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαρακτηρίζει θα χαρακτηρίζεται
εμείς — we θα χαρακτηρίζουμε, θα χαρακτηρίζομε θα χαρακτηριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα χαρακτηρίζετε θα χαρακτηρίζεστε, θα χαρακτηριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαρακτηρίζουν(ε) θα χαρακτηρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαρακτηρίσω θα χαρακτηριστώ
εσύ — you θα χαρακτηρίσεις θα χαρακτηριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαρακτηρίσει θα χαρακτηριστεί
εμείς — we θα χαρακτηρίσουμε, θα χαρακτηρίσομε θα χαρακτηριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα χαρακτηρίσετε θα χαρακτηριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαρακτηρίσουν(ε) θα χαρακτηριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω χαρακτηρίσει θα έχω χαρακτηριστεί
εσύ — you θα έχεις χαρακτηρίσει θα έχεις χαρακτηριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει χαρακτηρίσει θα έχει χαρακτηριστεί
εμείς — we θα έχουμε χαρακτηρίσει θα έχουμε χαρακτηριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε χαρακτηρίσει θα έχετε χαρακτηριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν χαρακτηρίσει θα έχουν χαρακτηριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαρακτηρίζω να χαρακτηρίζομαι
εσύ — you να χαρακτηρίζεις να χαρακτηρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαρακτηρίζει να χαρακτηρίζεται
εμείς — we να χαρακτηρίζουμε, να χαρακτηρίζομε να χαρακτηριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να χαρακτηρίζετε να χαρακτηρίζεστε, να χαρακτηριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαρακτηρίζουν(ε) να χαρακτηρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαρακτηρίσω να χαρακτηριστώ
εσύ — you να χαρακτηρίσεις να χαρακτηριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαρακτηρίσει να χαρακτηριστεί
εμείς — we να χαρακτηρίσουμε, να χαρακτηρίσομε να χαρακτηριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να χαρακτηρίσετε να χαρακτηριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαρακτηρίσουν(ε) να χαρακτηριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω χαρακτηρίσει να έχω χαρακτηριστεί
εσύ — you να έχεις χαρακτηρίσει να έχεις χαρακτηριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει χαρακτηρίσει να έχει χαρακτηριστεί
εμείς — we να έχουμε χαρακτηρίσει να έχουμε χαρακτηριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε χαρακτηρίσει να έχετε χαρακτηριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν χαρακτηρίσει να έχουν χαρακτηριστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: χαρακτήριζε (εσύ), χαρακτηρίζετε (εσείς).

Simple: χαρακτήρισε (εσύ); χαρακτηρίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can mean being a characteristic of something or describing someone or something in a particular way. χαρακτηρίζομαι ως / από can mean being described as / characterised by. χαρακτηρισμένος, -η, -ο means designated or classified.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Χαρακτήρισε την απόφαση σημαντική.

She described the decision as important.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαρακτηρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xaraktirizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /xaraktirizo/