Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υπερασπίζω — to defend.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπερασπίζω | υπερασπίζομαι |
| εσύ — you | υπερασπίζεις | υπερασπίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπερασπίζει | υπερασπίζεται |
| εμείς — we | υπερασπίζουμε, υπερασπίζομε | υπερασπιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπερασπίζετε | υπερασπίζεστε, υπερασπιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπερασπίζουν(ε) | υπερασπίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπεράσπιζα | υπερασπιζόμουν(α) |
| εσύ — you | υπεράσπιζες | υπερασπιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπεράσπιζε | υπερασπιζόταν(ε) |
| εμείς — we | υπερασπίζαμε | υπερασπιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | υπερασπίζατε | υπερασπιζόσαστε, υπερασπιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπεράσπιζαν, υπερασπίζαν(ε) | υπερασπίζονταν, υπερασπιζόντανε, υπερασπιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπεράσπισα | υπερασπίστηκα |
| εσύ — you | υπεράσπισες | υπερασπίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπεράσπισε | υπερασπίστηκε |
| εμείς — we | υπερασπίσαμε | υπερασπιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπερασπίσατε | υπερασπιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπεράσπισαν, υπερασπίσαν(ε) | υπερασπίστηκαν, υπερασπιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω υπερασπίσει | έχω υπερασπιστεί |
| εσύ — you | έχεις υπερασπίσει | έχεις υπερασπιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υπερασπίσει | έχει υπερασπιστεί |
| εμείς — we | έχουμε υπερασπίσει | έχουμε υπερασπιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υπερασπίσει | έχετε υπερασπιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υπερασπίσει | έχουν υπερασπιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα υπερασπίσει | είχα υπερασπιστεί |
| εσύ — you | είχες υπερασπίσει | είχες υπερασπιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υπερασπίσει | είχε υπερασπιστεί |
| εμείς — we | είχαμε υπερασπίσει | είχαμε υπερασπιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υπερασπίσει | είχατε υπερασπιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υπερασπίσει | είχαν υπερασπιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υπερασπίζω | θα υπερασπίζομαι |
| εσύ — you | θα υπερασπίζεις | θα υπερασπίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπερασπίζει | θα υπερασπίζεται |
| εμείς — we | θα υπερασπίζουμε, θα υπερασπίζομε | θα υπερασπιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπερασπίζετε | θα υπερασπίζεστε, θα υπερασπιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπερασπίζουν(ε) | θα υπερασπίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υπερασπίσω | θα υπερασπιστώ |
| εσύ — you | θα υπερασπίσεις | θα υπερασπιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπερασπίσει | θα υπερασπιστεί |
| εμείς — we | θα υπερασπίσουμε, θα υπερασπίσομε | θα υπερασπιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπερασπίσετε | θα υπερασπιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπερασπίσουν(ε) | θα υπερασπιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υπερασπίσει | θα έχω υπερασπιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις υπερασπίσει | θα έχεις υπερασπιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υπερασπίσει | θα έχει υπερασπιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υπερασπίσει | θα έχουμε υπερασπιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υπερασπίσει | θα έχετε υπερασπιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υπερασπίσει | θα έχουν υπερασπιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υπερασπίζω | να υπερασπίζομαι |
| εσύ — you | να υπερασπίζεις | να υπερασπίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπερασπίζει | να υπερασπίζεται |
| εμείς — we | να υπερασπίζουμε, να υπερασπίζομε | να υπερασπιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπερασπίζετε | να υπερασπίζεστε, να υπερασπιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπερασπίζουν(ε) | να υπερασπίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υπερασπίσω | να υπερασπιστώ |
| εσύ — you | να υπερασπίσεις | να υπερασπιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπερασπίσει | να υπερασπιστεί |
| εμείς — we | να υπερασπίσουμε, να υπερασπίσομε | να υπερασπιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπερασπίσετε | να υπερασπιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπερασπίσουν(ε) | να υπερασπιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω υπερασπίσει | να έχω υπερασπιστεί |
| εσύ — you | να έχεις υπερασπίσει | να έχεις υπερασπιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υπερασπίσει | να έχει υπερασπιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε υπερασπίσει | να έχουμε υπερασπιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υπερασπίσει | να έχετε υπερασπιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υπερασπίσει | να έχουν υπερασπιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: υπεράσπιζε (εσύ), υπερασπίζετε (εσείς). Middle: υπερασπίσου, υπερασπιστείτε.
Simple: υπεράσπισε (εσύ); υπερασπίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The very common middle υπερασπίζομαι also means defending someone or something, not simply being defended. It takes a direct object: υπερασπίζομαι τα δικαιώματά μου.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Υπερασπίστηκε τους φίλους του.
He defended his friends.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υπερασπίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/uperaspizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/uperaspizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.