στερεώνω (stereono) — to fasten

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

στερεώνω — to fasten; secure.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στερεώνω στερεώνομαι
εσύ — you στερεώνεις στερεώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στερεώνει στερεώνεται
εμείς — we στερεώνουμε, στερεώνομε στερεωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) στερεώνετε στερεώνεστε, στερεωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στερεώνουν(ε) στερεώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στερέωνα στερεωνόμουν(α)
εσύ — you στερέωνες στερεωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στερέωνε στερεωνόταν(ε)
εμείς — we στερεώναμε στερεωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) στερεώνατε στερεωνόσαστε, στερεωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they στερέωναν, στερεώναν(ε) στερεώνονταν, στερεωνόντανε, στερεωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στερέωσα στερεώθηκα
εσύ — you στερέωσες στερεώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στερέωσε στερεώθηκε
εμείς — we στερεώσαμε στερεωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) στερεώσατε στερεωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στερέωσαν, στερεώσαν(ε) στερεώθηκαν, στερεωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω στερεώσει έχω στερεωθεί
εσύ — you έχεις στερεώσει έχεις στερεωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει στερεώσει έχει στερεωθεί
εμείς — we έχουμε στερεώσει έχουμε στερεωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε στερεώσει έχετε στερεωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν στερεώσει έχουν στερεωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα στερεώσει είχα στερεωθεί
εσύ — you είχες στερεώσει είχες στερεωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε στερεώσει είχε στερεωθεί
εμείς — we είχαμε στερεώσει είχαμε στερεωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε στερεώσει είχατε στερεωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν στερεώσει είχαν στερεωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στερεώνω θα στερεώνομαι
εσύ — you θα στερεώνεις θα στερεώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στερεώνει θα στερεώνεται
εμείς — we θα στερεώνουμε, θα στερεώνομε θα στερεωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα στερεώνετε θα στερεώνεστε, θα στερεωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στερεώνουν(ε) θα στερεώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στερεώσω θα στερεωθώ
εσύ — you θα στερεώσεις θα στερεωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στερεώσει θα στερεωθεί
εμείς — we θα στερεώσουμε, θα στερεώσομε θα στερεωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα στερεώσετε θα στερεωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στερεώσουν θα στερεωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω στερεώσει θα έχω στερεωθεί
εσύ — you θα έχεις στερεώσει θα έχεις στερεωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει στερεώσει θα έχει στερεωθεί
εμείς — we θα έχουμε στερεώσει θα έχουμε στερεωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε στερεώσει θα έχετε στερεωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν στερεώσει θα έχουν στερεωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στερεώνω να στερεώνομαι
εσύ — you να στερεώνεις να στερεώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στερεώνει να στερεώνεται
εμείς — we να στερεώνουμε, να στερεώνομε να στερεωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να στερεώνετε να στερεώνεστε, να στερεωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στερεώνουν(ε) να στερεώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στερεώσω να στερεωθώ
εσύ — you να στερεώσεις να στερεωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στερεώσει να στερεωθεί
εμείς — we να στερεώσουμε, να στερεώσομε να στερεωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να στερεώσετε να στερεωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στερεώσουν(ε) να στερεωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω στερεώσει να έχω στερεωθεί
εσύ — you να έχεις στερεώσει να έχεις στερεωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει στερεώσει να έχει στερεωθεί
εμείς — we να έχουμε στερεώσει να έχουμε στερεωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε στερεώσει να έχετε στερεωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν στερεώσει να έχουν στερεωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: στερέωνε (εσύ), στερεώνετε (εσείς).

Simple: στερέωσε (εσύ); στερεώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • στερεωμένος, -η, -ο means fastened, secured or firmly fixed. Passive forms usually refer to the object being secured.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Στερέωσε το ράφι στον τοίχο.

Secure the shelf to the wall.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στερεώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/stereono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /stereono/