στερώ (stero) — to deprive

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

στερώ — to deprive.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στερώ στερούμαι
εσύ — you στερείς στερείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στερεί στερείται
εμείς — we στερούμε στερούμαστε
εσείς — you (plural / polite) στερείτε στερείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στερούν(ε) στερούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στερούσα στερούμουν
εσύ — you στερούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στερούσε στερούνταν, εστερείτο
εμείς — we στερούσαμε στερούμασταν
εσείς — you (plural / polite) στερούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they στερούσαν(ε) στερούνταν, εστερούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στέρησα στερήθηκα
εσύ — you στέρησες στερήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στέρησε στερήθηκε
εμείς — we στερήσαμε στερηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) στερήσατε στερηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στέρησαν, στερήσαν(ε) στερήθηκαν, στερηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω στερήσει έχω στερηθεί
εσύ — you έχεις στερήσει έχεις στερηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει στερήσει έχει στερηθεί
εμείς — we έχουμε στερήσει έχουμε στερηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε στερήσει έχετε στερηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν στερήσει έχουν στερηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα στερήσει είχα στερηθεί
εσύ — you είχες στερήσει είχες στερηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε στερήσει είχε στερηθεί
εμείς — we είχαμε στερήσει είχαμε στερηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε στερήσει είχατε στερηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν στερήσει είχαν στερηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στερώ θα στερούμαι
εσύ — you θα στερείς θα στερείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στερεί θα στερείται
εμείς — we θα στερούμε θα στερούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα στερείτε θα στερείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στερούν(ε) θα στερούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στερήσω θα στερηθώ
εσύ — you θα στερήσεις θα στερηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στερήσει θα στερηθεί
εμείς — we θα στερήσουμε θα στερηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα στερήσετε θα στερηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στερήσουν(ε) θα στερηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω στερήσει θα έχω στερηθεί
εσύ — you θα έχεις στερήσει θα έχεις στερηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει στερήσει θα έχει στερηθεί
εμείς — we θα έχουμε στερήσει θα έχουμε στερηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε στερήσει θα έχετε στερηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν στερήσει θα έχουν στερηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στερώ να στερούμαι
εσύ — you να στερείς να στερείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στερεί να στερείται
εμείς — we να στερούμε να στερούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να στερείτε να στερείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στερούν(ε) να στερούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στερήσω να στερηθώ
εσύ — you να στερήσεις να στερηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στερήσει να στερηθεί
εμείς — we να στερήσουμε, να στερήσομε να στερηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να στερήσετε να στερηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στερήσουν(ε) να στερηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω στερήσει να έχω στερηθεί
εσύ — you να έχεις στερήσει να έχεις στερηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει στερήσει να έχει στερηθεί
εμείς — we να έχουμε στερήσει να έχουμε στερηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε στερήσει να έχετε στερηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν στερήσει να έχουν στερηθεί

Imperative · Προστακτική

The middle simple command is στερήσου (εσύ), στερηθείτε (εσείς).

Simple: στέρησε (εσύ); στερήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • στερώ από κάποιον κάτι means depriving someone of something. στερούμαι can mean lacking something or going without it. στερημένος, -η, -ο means deprived. Learned εστερείτο / εστερούντο occur in formal writing; rare personal imperfect cells are not listed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Στερήθηκε πολλά για να σπουδάσει.

She went without many things in order to study.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στερώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/stero/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /stero/