Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ρουφάω — to suck; to sip; to absorb

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ρουφάω / ρουφώ means to suck, sip, or absorb. The passive means to be sucked in or absorbed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρουφάω, ρουφώ ρουφιέμαι
εσύ — you ρουφάς ρουφιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρουφάει, ρουφά ρουφιέται
εμείς — we ρουφάμε, ρουφούμε ρουφιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ρουφάτε ρουφιέστε, ρουφιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρουφάν(ε), ρουφούν(ε) ρουφιούνται, ρουφιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρουφούσα, ρούφαγα ρουφιόμουν(α)
εσύ — you ρουφούσες, ρούφαγες ρουφιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρουφούσε, ρούφαγε ρουφιόταν(ε)
εμείς — we ρουφούσαμε, ρουφάγαμε ρουφιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ρουφούσατε, ρουφάγατε ρουφιόσαστε, ρουφιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρουφούσαν(ε), ρούφαγαν, ρουφάγανε ρουφιόνταν(ε), ρουφιούνταν, ρουφιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ρούφηξα ρουφήχτηκα
εσύ — you ρούφηξες ρουφήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ρούφηξε ρουφήχτηκε
εμείς — we ρουφήξαμε ρουφηχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ρουφήξατε ρουφηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ρούφηξαν, ρουφήξαν(ε) ρουφήχτηκαν, ρουφηχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ρουφήξει έχω ρουφηχτεί
εσύ — you έχεις ρουφήξει έχεις ρουφηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ρουφήξει έχει ρουφηχτεί
εμείς — we έχουμε ρουφήξει έχουμε ρουφηχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ρουφήξει έχετε ρουφηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ρουφήξει έχουν ρουφηχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ρουφήξει είχα ρουφηχτεί
εσύ — you είχες ρουφήξει είχες ρουφηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ρουφήξει είχε ρουφηχτεί
εμείς — we είχαμε ρουφήξει είχαμε ρουφηχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ρουφήξει είχατε ρουφηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ρουφήξει είχαν ρουφηχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ρουφάω, θα ρουφώ θα ρουφιέμαι
εσύ — you θα ρουφάς θα ρουφιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρουφάει, θα ρουφά θα ρουφιέται
εμείς — we θα ρουφάμε, θα ρουφούμε θα ρουφιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ρουφάτε θα ρουφιέστε, θα ρουφιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρουφάν(ε), θα ρουφούν(ε) θα ρουφιούνται, θα ρουφιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ρουφήξω θα ρουφηχτώ
εσύ — you θα ρουφήξεις θα ρουφηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ρουφήξει θα ρουφηχτεί
εμείς — we θα ρουφήξουμε, θα ρουφήξομε θα ρουφηχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ρουφήξετε θα ρουφηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ρουφήξουν(ε) θα ρουφηχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ρουφήξει θα έχω ρουφηχτεί
εσύ — you θα έχεις ρουφήξει θα έχεις ρουφηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ρουφήξει θα έχει ρουφηχτεί
εμείς — we θα έχουμε ρουφήξει θα έχουμε ρουφηχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ρουφήξει θα έχετε ρουφηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ρουφήξει θα έχουν ρουφηχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ρουφάω, να ρουφώ να ρουφιέμαι
εσύ — you να ρουφάς να ρουφιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρουφάει, να ρουφά να ρουφιέται
εμείς — we να ρουφάμε, να ρουφούμε να ρουφιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ρουφάτε να ρουφιέστε, να ρουφιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρουφάν(ε), να ρουφούν(ε) να ρουφιούνται, να ρουφιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ρουφήξω να ρουφηχτώ
εσύ — you να ρουφήξεις να ρουφηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ρουφήξει να ρουφηχτεί
εμείς — we να ρουφήξουμε, να ρουφήξομε να ρουφηχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να ρουφήξετε να ρουφηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ρουφήξουν(ε) να ρουφηχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ρουφήξει να έχω ρουφηχτεί
εσύ — you να έχεις ρουφήξει να έχεις ρουφηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ρουφήξει να έχει ρουφηχτεί
εμείς — we να έχουμε ρουφήξει να έχουμε ρουφηχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ρουφήξει να έχετε ρουφηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ρουφήξει να έχουν ρουφηχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ρούφα / ρουφάτε.

Simple: ρούφηξε (εσύ); ρουφήξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ρούφηξε μια γουλιά καφέ.

He/she sipped some coffee.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ρουφάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/roufao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /roufao/