Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ομολογώ — to admit; to confess; to acknowledge

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ομολογώ means to admit, confess, or acknowledge something. The passive means to be admitted or acknowledged.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ομολογώ ομολογούμαι
εσύ — you ομολογείς ομολογείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ομολογεί ομολογείται
εμείς — we ομολογούμε ομολογούμαστε
εσείς — you (plural / polite) ομολογείτε ομολογείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ομολογούν(ε) ομολογούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ομολογούσα ομολογούμουν
εσύ — you ομολογούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ομολογούσε ομολογούνταν, ομολογείτο
εμείς — we ομολογούσαμε ομολογούμασταν
εσείς — you (plural / polite) ομολογούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they ομολογούσαν(ε) ομολογούνταν, ομολογούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ομολόγησα ομολογήθηκα
εσύ — you ομολόγησες ομολογήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ομολόγησε ομολογήθηκε
εμείς — we ομολογήσαμε ομολογηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ομολογήσατε ομολογηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ομολόγησαν, ομολογήσαν(ε) ομολογήθηκαν, ομολογηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ομολογήσει έχω ομολογηθεί
εσύ — you έχεις ομολογήσει έχεις ομολογηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ομολογήσει έχει ομολογηθεί
εμείς — we έχουμε ομολογήσει έχουμε ομολογηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ομολογήσει έχετε ομολογηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ομολογήσει έχουν ομολογηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ομολογήσει είχα ομολογηθεί
εσύ — you είχες ομολογήσει είχες ομολογηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ομολογήσει είχε ομολογηθεί
εμείς — we είχαμε ομολογήσει είχαμε ομολογηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ομολογήσει είχατε ομολογηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ομολογήσει είχαν ομολογηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ομολογώ θα ομολογούμαι
εσύ — you θα ομολογείς θα ομολογείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ομολογεί θα ομολογείται
εμείς — we θα ομολογούμε θα ομολογούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ομολογείτε θα ομολογείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ομολογούν(ε) θα ομολογούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ομολογήσω θα ομολογηθώ
εσύ — you θα ομολογήσεις θα ομολογηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ομολογήσει θα ομολογηθεί
εμείς — we θα ομολογήσουμε θα ομολογηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ομολογήσετε θα ομολογηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ομολογήσουν(ε) θα ομολογηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ομολογήσει θα έχω ομολογηθεί
εσύ — you θα έχεις ομολογήσει θα έχεις ομολογηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ομολογήσει θα έχει ομολογηθεί
εμείς — we θα έχουμε ομολογήσει θα έχουμε ομολογηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ομολογήσει θα έχετε ομολογηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ομολογήσει θα έχουν ομολογηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ομολογώ να ομολογούμαι
εσύ — you να ομολογείς να ομολογείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ομολογεί να ομολογείται
εμείς — we να ομολογούμε να ομολογούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ομολογείτε να ομολογείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ομολογούν(ε) να ομολογούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ομολογήσω να ομολογηθώ
εσύ — you να ομολογήσεις να ομολογηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ομολογήσει να ομολογηθεί
εμείς — we να ομολογήσουμε, να ομολογήσομε να ομολογηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ομολογήσετε να ομολογηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ομολογήσουν(ε) να ομολογηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ομολογήσει να έχω ομολογηθεί
εσύ — you να έχεις ομολογήσει να έχεις ομολογηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ομολογήσει να έχει ομολογηθεί
εμείς — we να έχουμε ομολογήσει να έχουμε ομολογηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ομολογήσει να έχετε ομολογηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ομολογήσει να έχουν ομολογηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: ομολόγησε (εσύ); ομολογήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The passive does not simply mean “I confess”. ομολογείτο / ομολογούντο are learned imperfect variants; uncommon second-person passive imperfect cells remain blank.

Ομολογώ ότι έκανα λάθος.

I admit that I made a mistake.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ομολογώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/omologo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /omologo/