Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ονομάζω — to name

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ονομάζω means to name or call someone or something. ονομάζομαι commonly means to be called or named.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ονομάζω ονομάζομαι
εσύ — you ονομάζεις ονομάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ονομάζει ονομάζεται
εμείς — we ονομάζουμε, ονομάζομε ονομαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ονομάζετε ονομάζεστε, ονομαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ονομάζουν(ε) ονομάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ονόμαζα ονομαζόμουν(α)
εσύ — you ονόμαζες ονομαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ονόμαζε ονομαζόταν(ε)
εμείς — we ονομάζαμε ονομαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ονομάζατε ονομαζόσαστε, ονομαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ονόμαζαν, ονομάζαν(ε) ονομάζονταν, ονομαζόντανε, ονομαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ονόμασα ονομάστηκα
εσύ — you ονόμασες ονομάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ονόμασε ονομάστηκε
εμείς — we ονομάσαμε ονομαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ονομάσατε ονομαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ονόμασαν, ονομάσαν(ε) ονομάστηκαν, ονομαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ονομάσει έχω ονομαστεί
εσύ — you έχεις ονομάσει έχεις ονομαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ονομάσει έχει ονομαστεί
εμείς — we έχουμε ονομάσει έχουμε ονομαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ονομάσει έχετε ονομαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ονομάσει έχουν ονομαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ονομάσει είχα ονομαστεί
εσύ — you είχες ονομάσει είχες ονομαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ονομάσει είχε ονομαστεί
εμείς — we είχαμε ονομάσει είχαμε ονομαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ονομάσει είχατε ονομαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ονομάσει είχαν ονομαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ονομάζω θα ονομάζομαι
εσύ — you θα ονομάζεις θα ονομάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ονομάζει θα ονομάζεται
εμείς — we θα ονομάζουμε, θα ονομάζομε θα ονομαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ονομάζετε θα ονομάζεστε, θα ονομαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ονομάζουν(ε) θα ονομάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ονομάσω θα ονομαστώ
εσύ — you θα ονομάσεις θα ονομαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ονομάσει θα ονομαστεί
εμείς — we θα ονομάσουμε, θα ονομάσομε θα ονομαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ονομάσετε θα ονομαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ονομάσουν(ε) θα ονομαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ονομάσει θα έχω ονομαστεί
εσύ — you θα έχεις ονομάσει θα έχεις ονομαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ονομάσει θα έχει ονομαστεί
εμείς — we θα έχουμε ονομάσει θα έχουμε ονομαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ονομάσει θα έχετε ονομαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ονομάσει θα έχουν ονομαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ονομάζω να ονομάζομαι
εσύ — you να ονομάζεις να ονομάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ονομάζει να ονομάζεται
εμείς — we να ονομάζουμε, να ονομάζομε να ονομαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ονομάζετε να ονομάζεστε, να ονομαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ονομάζουν(ε) να ονομάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ονομάσω να ονομαστώ
εσύ — you να ονομάσεις να ονομαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ονομάσει να ονομαστεί
εμείς — we να ονομάσουμε, να ονομάσομε να ονομαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ονομάσετε να ονομαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ονομάσουν(ε) να ονομαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ονομάσει να έχω ονομαστεί
εσύ — you να έχεις ονομάσει να έχεις ονομαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ονομάσει να έχει ονομαστεί
εμείς — we να έχουμε ονομάσει να έχουμε ονομαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ονομάσει να έχετε ονομαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ονομάσει να έχουν ονομαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ονόμαζε / ονομάζετε.

Simple: ονόμασε (εσύ); ονομάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Πώς ονομάζεται αυτό το νησί;

What is this island called?

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ονομάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/onomazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /onomazo/