Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ονομάζω means to name or call someone or something. ονομάζομαι commonly means to be called or named.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ονομάζω | ονομάζομαι |
| εσύ — you | ονομάζεις | ονομάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ονομάζει | ονομάζεται |
| εμείς — we | ονομάζουμε, ονομάζομε | ονομαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ονομάζετε | ονομάζεστε, ονομαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ονομάζουν(ε) | ονομάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ονόμαζα | ονομαζόμουν(α) |
| εσύ — you | ονόμαζες | ονομαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ονόμαζε | ονομαζόταν(ε) |
| εμείς — we | ονομάζαμε | ονομαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ονομάζατε | ονομαζόσαστε, ονομαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ονόμαζαν, ονομάζαν(ε) | ονομάζονταν, ονομαζόντανε, ονομαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ονόμασα | ονομάστηκα |
| εσύ — you | ονόμασες | ονομάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ονόμασε | ονομάστηκε |
| εμείς — we | ονομάσαμε | ονομαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ονομάσατε | ονομαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ονόμασαν, ονομάσαν(ε) | ονομάστηκαν, ονομαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ονομάσει | έχω ονομαστεί |
| εσύ — you | έχεις ονομάσει | έχεις ονομαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ονομάσει | έχει ονομαστεί |
| εμείς — we | έχουμε ονομάσει | έχουμε ονομαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ονομάσει | έχετε ονομαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ονομάσει | έχουν ονομαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ονομάσει | είχα ονομαστεί |
| εσύ — you | είχες ονομάσει | είχες ονομαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ονομάσει | είχε ονομαστεί |
| εμείς — we | είχαμε ονομάσει | είχαμε ονομαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ονομάσει | είχατε ονομαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ονομάσει | είχαν ονομαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ονομάζω | θα ονομάζομαι |
| εσύ — you | θα ονομάζεις | θα ονομάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ονομάζει | θα ονομάζεται |
| εμείς — we | θα ονομάζουμε, θα ονομάζομε | θα ονομαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ονομάζετε | θα ονομάζεστε, θα ονομαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ονομάζουν(ε) | θα ονομάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ονομάσω | θα ονομαστώ |
| εσύ — you | θα ονομάσεις | θα ονομαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ονομάσει | θα ονομαστεί |
| εμείς — we | θα ονομάσουμε, θα ονομάσομε | θα ονομαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ονομάσετε | θα ονομαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ονομάσουν(ε) | θα ονομαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ονομάσει | θα έχω ονομαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις ονομάσει | θα έχεις ονομαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ονομάσει | θα έχει ονομαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ονομάσει | θα έχουμε ονομαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ονομάσει | θα έχετε ονομαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ονομάσει | θα έχουν ονομαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ονομάζω | να ονομάζομαι |
| εσύ — you | να ονομάζεις | να ονομάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ονομάζει | να ονομάζεται |
| εμείς — we | να ονομάζουμε, να ονομάζομε | να ονομαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ονομάζετε | να ονομάζεστε, να ονομαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ονομάζουν(ε) | να ονομάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ονομάσω | να ονομαστώ |
| εσύ — you | να ονομάσεις | να ονομαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ονομάσει | να ονομαστεί |
| εμείς — we | να ονομάσουμε, να ονομάσομε | να ονομαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ονομάσετε | να ονομαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ονομάσουν(ε) | να ονομαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ονομάσει | να έχω ονομαστεί |
| εσύ — you | να έχεις ονομάσει | να έχεις ονομαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ονομάσει | να έχει ονομαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε ονομάσει | να έχουμε ονομαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ονομάσει | να έχετε ονομαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ονομάσει | να έχουν ονομαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ονόμαζε / ονομάζετε.
Simple: ονόμασε (εσύ); ονομάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Πώς ονομάζεται αυτό το νησί;
What is this island called?
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ονομάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/onomazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/onomazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.