Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

οδηγώ — to drive; to lead; to guide

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

οδηγώ: core forms & usage

to drive; to lead

The second-person present is οδηγείς. The imperfect is οδηγούσα and the aorist is οδήγησα.

Οδηγώ προσεκτικά όταν βρέχει.

I drive carefully when it rains.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iοδηγώ
you (singular)οδηγείς
he / she / itοδηγεί
weοδηγούμε
you (plural or polite)οδηγείτε
theyοδηγούν, οδηγούνε

Imperfect

PersonForms
Iοδηγούσα
you (singular)οδηγούσες
he / she / itοδηγούσε
weοδηγούσαμε
you (plural or polite)οδηγούσατε
theyοδηγούσαν, οδηγούσανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iοδήγησα
you (singular)οδήγησες
he / she / itοδήγησε
weοδηγήσαμε
you (plural or polite)οδηγήσατε
theyοδήγησαν, οδηγήσαν, οδηγήσανε

Simple future

PersonForms
Iθα οδηγήσω
you (singular)θα οδηγήσεις
he / she / itθα οδηγήσει
weθα οδηγήσουμε
you (plural or polite)θα οδηγήσετε
theyθα οδηγήσουν, θα οδηγήσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

οδηγώ / οδηγάω means to drive, lead, or guide. The passive οδηγούμαι means to be led or guided, not to drive a vehicle.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οδηγώ οδηγούμαι
εσύ — you οδηγείς οδηγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οδηγεί οδηγείται
εμείς — we οδηγούμε οδηγούμαστε
εσείς — you (plural / polite) οδηγείτε οδηγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they οδηγούν(ε) οδηγούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οδηγούσα οδηγούμουν
εσύ — you οδηγούσες οδηγούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οδηγούσε οδηγούνταν, οδηγείτο
εμείς — we οδηγούσαμε οδηγούμασταν
εσείς — you (plural / polite) οδηγούσατε οδηγούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they οδηγούσαν(ε) οδηγούνταν, οδηγούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οδήγησα οδηγήθηκα
εσύ — you οδήγησες οδηγήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οδήγησε οδηγήθηκε
εμείς — we οδηγήσαμε οδηγηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) οδηγήσατε οδηγηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they οδήγησαν, οδηγήσαν(ε) οδηγήθηκαν, οδηγηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω οδηγήσει έχω οδηγηθεί
εσύ — you έχεις οδηγήσει έχεις οδηγηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει οδηγήσει έχει οδηγηθεί
εμείς — we έχουμε οδηγήσει έχουμε οδηγηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε οδηγήσει έχετε οδηγηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν οδηγήσει έχουν οδηγηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα οδηγήσει είχα οδηγηθεί
εσύ — you είχες οδηγήσει είχες οδηγηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε οδηγήσει είχε οδηγηθεί
εμείς — we είχαμε οδηγήσει είχαμε οδηγηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε οδηγήσει είχατε οδηγηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν οδηγήσει είχαν οδηγηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα οδηγώ θα οδηγούμαι
εσύ — you θα οδηγείς θα οδηγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα οδηγεί θα οδηγείται
εμείς — we θα οδηγούμε θα οδηγούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα οδηγείτε θα οδηγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα οδηγούν(ε) θα οδηγούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα οδηγήσω θα οδηγηθώ
εσύ — you θα οδηγήσεις θα οδηγηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα οδηγήσει θα οδηγηθεί
εμείς — we θα οδηγήσουμε θα οδηγηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα οδηγήσετε θα οδηγηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα οδηγήσουν(ε) θα οδηγηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω οδηγήσει θα έχω οδηγηθεί
εσύ — you θα έχεις οδηγήσει θα έχεις οδηγηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει οδηγήσει θα έχει οδηγηθεί
εμείς — we θα έχουμε οδηγήσει θα έχουμε οδηγηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε οδηγήσει θα έχετε οδηγηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν οδηγήσει θα έχουν οδηγηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να οδηγώ να οδηγούμαι
εσύ — you να οδηγείς να οδηγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να οδηγεί να οδηγείται
εμείς — we να οδηγούμε να οδηγούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να οδηγείτε να οδηγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να οδηγούν(ε) να οδηγούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να οδηγήσω να οδηγηθώ
εσύ — you να οδηγήσεις να οδηγηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να οδηγήσει να οδηγηθεί
εμείς — we να οδηγήσουμε, να οδηγήσομε να οδηγηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να οδηγήσετε να οδηγηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να οδηγήσουν(ε) να οδηγηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω οδηγήσει να έχω οδηγηθεί
εσύ — you να έχεις οδηγήσει να έχεις οδηγηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει οδηγήσει να έχει οδηγηθεί
εμείς — we να έχουμε οδηγήσει να έχουμε οδηγηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε οδηγήσει να έχετε οδηγηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν οδηγήσει να έχουν οδηγηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous plural: οδηγείτε.

Simple: οδήγησε (εσύ); οδηγήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The -άω active variant is conversational. οδηγείτο and οδηγούντο are learned passive imperfect variants.

Οδηγώ προσεκτικά.

I drive carefully.

Ο δρόμος οδηγεί στην παραλία.

The road leads to the beach.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — οδηγώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/odigo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /odigo/