Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
οδηγώ: core forms & usage
to drive; to lead
The second-person present is οδηγείς. The imperfect is οδηγούσα and the aorist is οδήγησα.
Οδηγώ προσεκτικά όταν βρέχει.
I drive carefully when it rains.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | οδηγώ |
| you (singular) | οδηγείς |
| he / she / it | οδηγεί |
| we | οδηγούμε |
| you (plural or polite) | οδηγείτε |
| they | οδηγούν, οδηγούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | οδηγούσα |
| you (singular) | οδηγούσες |
| he / she / it | οδηγούσε |
| we | οδηγούσαμε |
| you (plural or polite) | οδηγούσατε |
| they | οδηγούσαν, οδηγούσανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | οδήγησα |
| you (singular) | οδήγησες |
| he / she / it | οδήγησε |
| we | οδηγήσαμε |
| you (plural or polite) | οδηγήσατε |
| they | οδήγησαν, οδηγήσαν, οδηγήσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα οδηγήσω |
| you (singular) | θα οδηγήσεις |
| he / she / it | θα οδηγήσει |
| we | θα οδηγήσουμε |
| you (plural or polite) | θα οδηγήσετε |
| they | θα οδηγήσουν, θα οδηγήσουνε |
οδηγώ / οδηγάω means to drive, lead, or guide. The passive οδηγούμαι means to be led or guided, not to drive a vehicle.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | οδηγώ | οδηγούμαι |
| εσύ — you | οδηγείς | οδηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | οδηγεί | οδηγείται |
| εμείς — we | οδηγούμε | οδηγούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | οδηγείτε | οδηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | οδηγούν(ε) | οδηγούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | οδηγούσα | οδηγούμουν |
| εσύ — you | οδηγούσες | οδηγούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | οδηγούσε | οδηγούνταν, οδηγείτο |
| εμείς — we | οδηγούσαμε | οδηγούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | οδηγούσατε | οδηγούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | οδηγούσαν(ε) | οδηγούνταν, οδηγούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | οδήγησα | οδηγήθηκα |
| εσύ — you | οδήγησες | οδηγήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | οδήγησε | οδηγήθηκε |
| εμείς — we | οδηγήσαμε | οδηγηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | οδηγήσατε | οδηγηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | οδήγησαν, οδηγήσαν(ε) | οδηγήθηκαν, οδηγηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω οδηγήσει | έχω οδηγηθεί |
| εσύ — you | έχεις οδηγήσει | έχεις οδηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει οδηγήσει | έχει οδηγηθεί |
| εμείς — we | έχουμε οδηγήσει | έχουμε οδηγηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε οδηγήσει | έχετε οδηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν οδηγήσει | έχουν οδηγηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα οδηγήσει | είχα οδηγηθεί |
| εσύ — you | είχες οδηγήσει | είχες οδηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε οδηγήσει | είχε οδηγηθεί |
| εμείς — we | είχαμε οδηγήσει | είχαμε οδηγηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε οδηγήσει | είχατε οδηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν οδηγήσει | είχαν οδηγηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα οδηγώ | θα οδηγούμαι |
| εσύ — you | θα οδηγείς | θα οδηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα οδηγεί | θα οδηγείται |
| εμείς — we | θα οδηγούμε | θα οδηγούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα οδηγείτε | θα οδηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα οδηγούν(ε) | θα οδηγούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα οδηγήσω | θα οδηγηθώ |
| εσύ — you | θα οδηγήσεις | θα οδηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα οδηγήσει | θα οδηγηθεί |
| εμείς — we | θα οδηγήσουμε | θα οδηγηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα οδηγήσετε | θα οδηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα οδηγήσουν(ε) | θα οδηγηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω οδηγήσει | θα έχω οδηγηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις οδηγήσει | θα έχεις οδηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει οδηγήσει | θα έχει οδηγηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε οδηγήσει | θα έχουμε οδηγηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε οδηγήσει | θα έχετε οδηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν οδηγήσει | θα έχουν οδηγηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να οδηγώ | να οδηγούμαι |
| εσύ — you | να οδηγείς | να οδηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να οδηγεί | να οδηγείται |
| εμείς — we | να οδηγούμε | να οδηγούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να οδηγείτε | να οδηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να οδηγούν(ε) | να οδηγούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να οδηγήσω | να οδηγηθώ |
| εσύ — you | να οδηγήσεις | να οδηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να οδηγήσει | να οδηγηθεί |
| εμείς — we | να οδηγήσουμε, να οδηγήσομε | να οδηγηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να οδηγήσετε | να οδηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να οδηγήσουν(ε) | να οδηγηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω οδηγήσει | να έχω οδηγηθεί |
| εσύ — you | να έχεις οδηγήσει | να έχεις οδηγηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει οδηγήσει | να έχει οδηγηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε οδηγήσει | να έχουμε οδηγηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε οδηγήσει | να έχετε οδηγηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν οδηγήσει | να έχουν οδηγηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous plural: οδηγείτε.
Simple: οδήγησε (εσύ); οδηγήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The -άω active variant is conversational. οδηγείτο and οδηγούντο are learned passive imperfect variants.
Οδηγώ προσεκτικά.
I drive carefully.
Ο δρόμος οδηγεί στην παραλία.
The road leads to the beach.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — οδηγώ.
https://moderngreekverbs.com/odigo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.