Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

οδηγάω — to drive; to lead; to guide

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Οδηγώ προσεκτικά όταν βρέχει.

I drive carefully when it rains.

Οδηγώ and οδηγάω are alternative active present forms. Οδηγούμαι means “I am led/guided”; it is not the ordinary way to say that you drive a car.

οδηγώ / οδηγάω means to drive, lead, or guide. The passive οδηγούμαι means to be led or guided, not to drive a vehicle.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οδηγάω, οδηγώ οδηγούμαι
εσύ — you οδηγάς οδηγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οδηγάει, οδηγά οδηγείται
εμείς — we οδηγάμε, οδηγούμε οδηγούμαστε
εσείς — you (plural / polite) οδηγάτε οδηγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they οδηγάν(ε), οδηγούν(ε) οδηγούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οδηγούσα, οδήγαγα οδηγούμουν
εσύ — you οδηγούσες, οδήγαγες οδηγούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οδηγούσε, οδήγαγε οδηγούνταν, οδηγείτο
εμείς — we οδηγούσαμε, οδηγάγαμε οδηγούμασταν
εσείς — you (plural / polite) οδηγούσατε, οδηγάγατε οδηγούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they οδηγούσαν(ε), οδήγαγαν, οδηγάγανε οδηγούνταν, οδηγούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οδήγησα οδηγήθηκα
εσύ — you οδήγησες οδηγήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οδήγησε οδηγήθηκε
εμείς — we οδηγήσαμε οδηγηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) οδηγήσατε οδηγηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they οδήγησαν, οδηγήσαν(ε) οδηγήθηκαν, οδηγηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω οδηγήσει έχω οδηγηθεί
εσύ — you έχεις οδηγήσει έχεις οδηγηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει οδηγήσει έχει οδηγηθεί
εμείς — we έχουμε οδηγήσει έχουμε οδηγηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε οδηγήσει έχετε οδηγηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν οδηγήσει έχουν οδηγηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα οδηγήσει είχα οδηγηθεί
εσύ — you είχες οδηγήσει είχες οδηγηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε οδηγήσει είχε οδηγηθεί
εμείς — we είχαμε οδηγήσει είχαμε οδηγηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε οδηγήσει είχατε οδηγηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν οδηγήσει είχαν οδηγηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα οδηγάω, θα οδηγώ θα οδηγούμαι
εσύ — you θα οδηγάς θα οδηγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα οδηγάει, θα οδηγά θα οδηγείται
εμείς — we θα οδηγάμε, θα οδηγούμε θα οδηγούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα οδηγάτε θα οδηγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα οδηγάνε, θα οδηγάν, θα οδηγούν(ε) θα οδηγούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα οδηγήσω θα οδηγηθώ
εσύ — you θα οδηγήσεις θα οδηγηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα οδηγήσει θα οδηγηθεί
εμείς — we θα οδηγήσουμε, θα οδηγήσομε θα οδηγηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα οδηγήσετε θα οδηγηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα οδηγήσουν(ε) θα οδηγηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω οδηγήσει θα έχω οδηγηθεί
εσύ — you θα έχεις οδηγήσει θα έχεις οδηγηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει οδηγήσει θα έχει οδηγηθεί
εμείς — we θα έχουμε οδηγήσει θα έχουμε οδηγηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε οδηγήσει θα έχετε οδηγηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν οδηγήσει θα έχουν οδηγηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να οδηγάω, να οδηγώ να οδηγούμαι
εσύ — you να οδηγάς να οδηγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να οδηγάει, να οδηγά να οδηγείται
εμείς — we να οδηγάμε, να οδηγούμε να οδηγούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να οδηγάτε να οδηγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να οδηγάνε, να οδηγάν, να οδηγούν(ε) να οδηγούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να οδηγήσω να οδηγηθώ
εσύ — you να οδηγήσεις να οδηγηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να οδηγήσει να οδηγηθεί
εμείς — we να οδηγήσουμε, να οδηγήσομε να οδηγηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να οδηγήσετε να οδηγηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να οδηγήσουν(ε) να οδηγηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω οδηγήσει να έχω οδηγηθεί
εσύ — you να έχεις οδηγήσει να έχεις οδηγηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει οδηγήσει να έχει οδηγηθεί
εμείς — we να έχουμε οδηγήσει να έχουμε οδηγηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε οδηγήσει να έχετε οδηγηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν οδηγήσει να έχουν οδηγηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: οδήγα / οδηγάτε.

Simple: οδήγησε (εσύ); οδηγήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The -άω active variant is conversational. οδηγείτο and οδηγούντο are learned passive imperfect variants.

Οδηγώ προσεκτικά.

I drive carefully.

Ο δρόμος οδηγεί στην παραλία.

The road leads to the beach.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — οδηγώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/odigao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /odigao/