γονατίζω (gonatizo) — to kneel; to bring to one’s knees

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γονατίζω — to kneel; to bring to one’s knees.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γονατίζω
εσύ — you γονατίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γονατίζει
εμείς — we γονατίζουμε, γονατίζομε
εσείς — you (plural / polite) γονατίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γονατίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γονάτιζα
εσύ — you γονάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γονάτιζε
εμείς — we γονατίζαμε
εσείς — you (plural / polite) γονατίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γονάτιζαν, γονατίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γονάτισα
εσύ — you γονάτισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γονάτισε
εμείς — we γονατίσαμε
εσείς — you (plural / polite) γονατίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γονάτισαν, γονατίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω γονατίσει
εσύ — you έχεις γονατίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γονατίσει
εμείς — we έχουμε γονατίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε γονατίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γονατίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα γονατίσει
εσύ — you είχες γονατίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γονατίσει
εμείς — we είχαμε γονατίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε γονατίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γονατίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γονατίζω
εσύ — you θα γονατίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γονατίζει
εμείς — we θα γονατίζουμε, θα γονατίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα γονατίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γονατίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γονατίσω
εσύ — you θα γονατίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γονατίσει
εμείς — we θα γονατίσουμε, θα γονατίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα γονατίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γονατίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω γονατίσει
εσύ — you θα έχεις γονατίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γονατίσει
εμείς — we θα έχουμε γονατίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γονατίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γονατίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γονατίζω
εσύ — you να γονατίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γονατίζει
εμείς — we να γονατίζουμε, να γονατίζομε
εσείς — you (plural / polite) να γονατίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γονατίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γονατίσω
εσύ — you να γονατίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γονατίσει
εμείς — we να γονατίσουμε, να γονατίσομε
εσείς — you (plural / polite) να γονατίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γονατίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω γονατίσει
εσύ — you να έχεις γονατίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γονατίσει
εμείς — we να έχουμε γονατίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γονατίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γονατίσει

Imperative · Προστακτική

γονάτιζε / γονατίζετε

Simple: γονάτισε (εσύ); γονατίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γονατίζω can mean to kneel without an object, or to bring someone to their knees literally or figuratively. Γονατισμένος describes a kneeling or defeated condition.

Γονάτισε δίπλα στο παιδί.

She knelt beside the child.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γονατίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gonatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /gonatizo/