ελαττώνω (elattono) — to diminish

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ελαττώνω means to reduce or diminish something. ελαττώνομαι means to decrease or be reduced.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ελαττώνω ελαττώνομαι
εσύ — you ελαττώνεις ελαττώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ελαττώνει ελαττώνεται
εμείς — we ελαττώνουμε, ελαττώνομε ελαττωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ελαττώνετε ελαττώνεστε, ελαττωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ελαττώνουν(ε) ελαττώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ελάττωνα ελαττωνόμουν(α)
εσύ — you ελάττωνες ελαττωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ελάττωνε ελαττωνόταν(ε)
εμείς — we ελαττώναμε ελαττωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ελαττώνατε ελαττωνόσαστε, ελαττωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ελάττωναν, ελαττώναν(ε) ελαττώνονταν, ελαττωνόντανε, ελαττωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ελάττωσα ελαττώθηκα
εσύ — you ελάττωσες ελαττώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ελάττωσε ελαττώθηκε
εμείς — we ελαττώσαμε ελαττωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ελαττώσατε ελαττωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ελάττωσαν, ελαττώσαν(ε) ελαττώθηκαν, ελαττωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ελαττώσει έχω ελαττωθεί
εσύ — you έχεις ελαττώσει έχεις ελαττωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ελαττώσει έχει ελαττωθεί
εμείς — we έχουμε ελαττώσει έχουμε ελαττωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ελαττώσει έχετε ελαττωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ελαττώσει έχουν ελαττωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ελαττώσει είχα ελαττωθεί
εσύ — you είχες ελαττώσει είχες ελαττωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ελαττώσει είχε ελαττωθεί
εμείς — we είχαμε ελαττώσει είχαμε ελαττωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ελαττώσει είχατε ελαττωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ελαττώσει είχαν ελαττωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ελαττώνω θα ελαττώνομαι
εσύ — you θα ελαττώνεις θα ελαττώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ελαττώνει θα ελαττώνεται
εμείς — we θα ελαττώνουμε, θα ελαττώνομε θα ελαττωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ελαττώνετε θα ελαττώνεστε, θα ελαττωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ελαττώνουν(ε) θα ελαττώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ελαττώσω θα ελαττωθώ
εσύ — you θα ελαττώσεις θα ελαττωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ελαττώσει θα ελαττωθεί
εμείς — we θα ελαττώσουμε, θα ελαττώσομε θα ελαττωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ελαττώσετε θα ελαττωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ελαττώσουν θα ελαττωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ελαττώσει θα έχω ελαττωθεί
εσύ — you θα έχεις ελαττώσει θα έχεις ελαττωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ελαττώσει θα έχει ελαττωθεί
εμείς — we θα έχουμε ελαττώσει θα έχουμε ελαττωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ελαττώσει θα έχετε ελαττωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ελαττώσει θα έχουν ελαττωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ελαττώνω να ελαττώνομαι
εσύ — you να ελαττώνεις να ελαττώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ελαττώνει να ελαττώνεται
εμείς — we να ελαττώνουμε, να ελαττώνομε να ελαττωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ελαττώνετε να ελαττώνεστε, να ελαττωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ελαττώνουν(ε) να ελαττώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ελαττώσω να ελαττωθώ
εσύ — you να ελαττώσεις να ελαττωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ελαττώσει να ελαττωθεί
εμείς — we να ελαττώσουμε, να ελαττώσομε να ελαττωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ελαττώσετε να ελαττωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ελαττώσουν(ε) να ελαττωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ελαττώσει να έχω ελαττωθεί
εσύ — you να έχεις ελαττώσει να έχεις ελαττωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ελαττώσει να έχει ελαττωθεί
εμείς — we να έχουμε ελαττώσει να έχουμε ελαττωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ελαττώσει να έχετε ελαττωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ελαττώσει να έχουν ελαττωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ελάττωνε ελαττώνετε — —
Simple ελάττωσε ελαττώστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ελαττωμένος, -η, -ο means reduced or diminished. It differs from ελαττωματικός, “defective”. Personal passive commands are uncommon.

Ελάττωσε την ταχύτητα.

Reduce your speed.

Ο θόρυβος ελαττώθηκε.

The noise decreased.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ελαττώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/elattono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /elattono/