Modern Greek verb conjugation
ανταμείβω · to reward; to repay
Passive: ανταμείβομαι.
Η προσπάθειά του ανταμείφθηκε. — His effort was rewarded.
Passive alternatives: Both ανταμείφτηκα / ανταμείφθηκα and ανταμειφτεί / ανταμειφθεί occur. The tables retain the two perfect forms rather than treating one as an error.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανταμείβω | ανταμείβομαι |
| εσύ · you | ανταμείβεις | ανταμείβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανταμείβει | ανταμείβεται |
| εμείς · we | ανταμείβουμε, ανταμείβομε | ανταμειβόμαστε |
| εσείς · you | ανταμείβετε | ανταμείβεστε, ανταμειβόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανταμείβουν(ε) | ανταμείβονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αντάμειβα | ανταμειβόμουν(α) |
| εσύ · you | αντάμειβες | ανταμειβόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντάμειβε | ανταμειβόταν(ε) |
| εμείς · we | ανταμείβαμε | ανταμειβόμαστε, ανταμειβόμασταν |
| εσείς · you | ανταμείβατε | ανταμειβόσαστε, ανταμειβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντάμειβαν, ανταμείβαν(ε) | ανταμείβονταν, ανταμειβόντανε, ανταμειβόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αντάμειψα | ανταμείφτηκα, ανταμείφθηκα |
| εσύ · you | αντάμειψες | ανταμείφτηκες, ανταμείφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντάμειψε | ανταμείφτηκε, ανταμείφθηκε |
| εμείς · we | ανταμείψαμε | ανταμειφτήκαμε, ανταμειφθήκαμε |
| εσείς · you | ανταμείψατε | ανταμειφτήκατε, ανταμειφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντάμειψαν, ανταμείψαν(ε) | ανταμείφτηκαν, ανταμειφτήκαν(ε), ανταμείφθηκαν, ανταμειφθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω ανταμείψει | έχω ανταμειφτεί έχω ανταμειφθεί |
| εσύ · you | έχεις ανταμείψει | έχεις ανταμειφτεί έχεις ανταμειφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανταμείψει | έχει ανταμειφτεί έχει ανταμειφθεί |
| εμείς · we | έχουμε ανταμείψει | έχουμε ανταμειφτεί έχουμε ανταμειφθεί |
| εσείς · you | έχετε ανταμείψει | έχετε ανταμειφτεί έχετε ανταμειφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανταμείψει | έχουν ανταμειφτεί έχουν ανταμειφθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα ανταμείψει | είχα ανταμειφτεί είχα ανταμειφθεί |
| εσύ · you | είχες ανταμείψει | είχες ανταμειφτεί είχες ανταμειφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανταμείψει | είχε ανταμειφτεί είχε ανταμειφθεί |
| εμείς · we | είχαμε ανταμείψει | είχαμε ανταμειφτεί είχαμε ανταμειφθεί |
| εσείς · you | είχατε ανταμείψει | είχατε ανταμειφτεί είχατε ανταμειφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανταμείψει | είχαν ανταμειφτεί είχαν ανταμειφθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανταμείβω | θα ανταμείβομαι |
| εσύ · you | θα ανταμείβεις | θα ανταμείβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανταμείβει | θα ανταμείβεται |
| εμείς · we | θα ανταμείβουμε, θα ανταμείβομε | θα ανταμειβόμαστε |
| εσείς · you | θα ανταμείβετε | θα ανταμείβεστε, θα ανταμειβόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανταμείβουν(ε) | θα ανταμείβονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανταμείψω | θα ανταμειφτώ |
| εσύ · you | θα ανταμείψεις | θα ανταμειφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανταμείψει | θα ανταμειφτεί |
| εμείς · we | θα ανταμείψουμε, θα ανταμείψομε | θα ανταμειφτούμε |
| εσείς · you | θα ανταμείψετε | θα ανταμειφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανταμείψουν(ε) | θα ανταμειφτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανταμείψει | θα έχω ανταμειφτεί |
| εσύ · you | θα έχεις ανταμείψει | θα έχεις ανταμειφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανταμείψει | θα έχει ανταμειφτεί |
| εμείς · we | θα έχουμε ανταμείψει | θα έχουμε ανταμειφτεί |
| εσείς · you | θα έχετε ανταμείψει | θα έχετε ανταμειφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανταμείψει | θα έχουν ανταμειφτεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανταμείβω | να ανταμείβομαι |
| εσύ · you | να ανταμείβεις | να ανταμείβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανταμείβει | να ανταμείβεται |
| εμείς · we | να ανταμείβουμε, να ανταμείβομε | να ανταμειβόμαστε |
| εσείς · you | να ανταμείβετε | να ανταμείβεστε, να ανταμειβόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανταμείβουν(ε) | να ανταμείβονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανταμείψω | να ανταμειφτώ |
| εσύ · you | να ανταμείψεις | να ανταμειφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανταμείψει | να ανταμειφτεί |
| εμείς · we | να ανταμείψουμε, να ανταμείψομε | να ανταμειφτούμε |
| εσείς · you | να ανταμείψετε | να ανταμειφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανταμείψουν(ε) | να ανταμειφτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανταμείψει | να έχω ανταμειφτεί |
| εσύ · you | να έχεις ανταμείψει | να έχεις ανταμειφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανταμείψει | να έχει ανταμειφτεί |
| εμείς · we | να έχουμε ανταμείψει | να έχουμε ανταμειφτεί |
| εσείς · you | να έχετε ανταμείψει | να έχετε ανταμειφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανταμείψει | να έχουν ανταμειφτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: αντάμειβε / ανταμείβετε.
Simple active: αντάμειψε / ανταμείψτε; plural alternative ανταμείφτε.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανταμείβοντας.
Perfect participial construction: έχοντας ανταμείψει; passive έχοντας ανταμειφτεί / ανταμειφθεί.
Invariant compound-tense forms: ανταμείψει / ανταμειφτεί / ανταμειφθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/antameibo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.