Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αντέχω · to endure; to withstand; to manage
Δεν αντέχω άλλο. — I cannot take any more.
Aspect: άντεχα describes an ongoing ability or endurance; άντεξα presents the experience as a whole. Depending on context, αντέχω can also mean to be able to manage or afford something.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αντέχω |
| εσύ · you | αντέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντέχει |
| εμείς · we | αντέχουμε, αντέχομε |
| εσείς · you | αντέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντέχουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | άντεχα |
| εσύ · you | άντεχες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άντεχε |
| εμείς · we | αντέχαμε |
| εσείς · you | αντέχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άντεχαν, αντέχαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | άντεξα |
| εσύ · you | άντεξες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άντεξε |
| εμείς · we | αντέξαμε |
| εσείς · you | αντέξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άντεξαν, αντέξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αντέξει |
| εσύ · you | έχεις αντέξει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αντέξει |
| εμείς · we | έχουμε αντέξει |
| εσείς · you | έχετε αντέξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αντέξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αντέξει |
| εσύ · you | είχες αντέξει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αντέξει |
| εμείς · we | είχαμε αντέξει |
| εσείς · you | είχατε αντέξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αντέξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αντέχω |
| εσύ · you | θα αντέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αντέχει |
| εμείς · we | θα αντέχουμε, θα αντέχομε |
| εσείς · you | θα αντέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αντέχουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αντέξω |
| εσύ · you | θα αντέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αντέξει |
| εμείς · we | θα αντέξουμε, θα αντέξομε |
| εσείς · you | θα αντέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αντέξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αντέξει |
| εσύ · you | θα έχεις αντέξει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αντέξει |
| εμείς · we | θα έχουμε αντέξει |
| εσείς · you | θα έχετε αντέξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αντέξει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αντέχω |
| εσύ · you | να αντέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αντέχει |
| εμείς · we | να αντέχουμε, να αντέχομε |
| εσείς · you | να αντέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αντέχουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αντέξω |
| εσύ · you | να αντέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αντέξει |
| εμείς · we | να αντέξουμε, να αντέξομε |
| εσείς · you | να αντέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αντέξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αντέξει |
| εσύ · you | να έχεις αντέξει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αντέξει |
| εμείς · we | να έχουμε αντέξει |
| εσείς · you | να έχετε αντέξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αντέξει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: άντεχε / αντέχετε.
Simple: άντεξε / αντέξτε.
Αντέξετε follows να/θα; the affirmative plural command is αντέξτε.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αντέχοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αντέξει.
Invariant compound-tense form: αντέξει; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/antexo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.