τερματίζω (termatizo) — to finish; bring to an end

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τερματίζω — to finish; bring to an end.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τερματίζω τερματίζομαι
εσύ — you τερματίζεις τερματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τερματίζει τερματίζεται
εμείς — we τερματίζουμε, τερματίζομε τερματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τερματίζετε τερματίζεστε, τερματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τερματίζουν(ε) τερματίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τερμάτιζα τερματιζόμουν(α)
εσύ — you τερμάτιζες τερματιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τερμάτιζε τερματιζόταν(ε)
εμείς — we τερματίζαμε τερματιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τερματίζατε τερματιζόσαστε, τερματιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they τερμάτιζαν, τερματίζαν(ε) τερματίζονταν, τερματιζόντανε, τερματιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τερμάτισα τερματίστηκα
εσύ — you τερμάτισες τερματίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τερμάτισε τερματίστηκε
εμείς — we τερματίσαμε τερματιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τερματίσατε τερματιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τερμάτισαν, τερματίσαν(ε) τερματίστηκαν, τερματιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τερματίσει έχω τερματιστεί
εσύ — you έχεις τερματίσει έχεις τερματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τερματίσει έχει τερματιστεί
εμείς — we έχουμε τερματίσει έχουμε τερματιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τερματίσει έχετε τερματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τερματίσει έχουν τερματιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τερματίσει είχα τερματιστεί
εσύ — you είχες τερματίσει είχες τερματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τερματίσει είχε τερματιστεί
εμείς — we είχαμε τερματίσει είχαμε τερματιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τερματίσει είχατε τερματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τερματίσει είχαν τερματιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τερματίζω θα τερματίζομαι
εσύ — you θα τερματίζεις θα τερματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τερματίζει θα τερματίζεται
εμείς — we θα τερματίζουμε, θα τερματίζομε θα τερματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τερματίζετε θα τερματίζεστε, θα τερματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τερματίζουν(ε) θα τερματίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τερματίσω θα τερματιστώ
εσύ — you θα τερματίσεις θα τερματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τερματίσει θα τερματιστεί
εμείς — we θα τερματίσουμε, θα τερματίσομε θα τερματιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τερματίσετε θα τερματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τερματίσουν(ε) θα τερματιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τερματίσει θα έχω τερματιστεί
εσύ — you θα έχεις τερματίσει θα έχεις τερματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τερματίσει θα έχει τερματιστεί
εμείς — we θα έχουμε τερματίσει θα έχουμε τερματιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τερματίσει θα έχετε τερματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τερματίσει θα έχουν τερματιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τερματίζω να τερματίζομαι
εσύ — you να τερματίζεις να τερματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τερματίζει να τερματίζεται
εμείς — we να τερματίζουμε, να τερματίζομε να τερματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τερματίζετε να τερματίζεστε, να τερματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τερματίζουν(ε) να τερματίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τερματίσω να τερματιστώ
εσύ — you να τερματίσεις να τερματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τερματίσει να τερματιστεί
εμείς — we να τερματίσουμε, να τερματίσομε να τερματιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να τερματίσετε να τερματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τερματίσουν(ε) να τερματιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τερματίσει να έχω τερματιστεί
εσύ — you να έχεις τερματίσει να έχεις τερματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τερματίσει να έχει τερματιστεί
εμείς — we να έχουμε τερματίσει να έχουμε τερματιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τερματίσει να έχετε τερματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τερματίσει να έχουν τερματιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τερμάτιζε (εσύ), τερματίζετε (εσείς).

Simple: τερμάτισε (εσύ); τερματίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can mean ending an activity or reaching the finish of a race. Passive forms describe something being brought to an end, not a runner finishing. τερματισμένος, -η, -ο describes the ended state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τερμάτισε πρώτη στον αγώνα.

She finished first in the race.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τερματίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/termatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /termatizo/