πληρώνω — to pay

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

πληρώνω: core forms & usage

to pay

The perfective forms are πλήρωσα and θα πληρώσω. The stem stress moves in πληρώσαμε.

Πληρώνω με κάρτα.

I pay by card.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iπληρώνω
you (singular)πληρώνεις
he / she / itπληρώνει
weπληρώνουμε, πληρώνομε
you (plural or polite)πληρώνετε
theyπληρώνουν, πληρώνουνε

Imperfect

PersonForms
Iπλήρωνα
you (singular)πλήρωνες
he / she / itπλήρωνε
weπληρώναμε
you (plural or polite)πληρώνατε
theyπλήρωναν, πληρώναν, πληρώνανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iπλήρωσα
you (singular)πλήρωσες
he / she / itπλήρωσε
weπληρώσαμε
you (plural or polite)πληρώσατε
theyπλήρωσαν, πληρώσαν, πληρώσανε

Simple future

PersonForms
Iθα πληρώσω
you (singular)θα πληρώσεις
he / she / itθα πληρώσει
weθα πληρώσουμε, θα πληρώσομε
you (plural or polite)θα πληρώσετε
theyθα πληρώσουν

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Πληρώνω με κάρτα.

I am paying by card.

Με κάρτα explains the payment method. Πληρώνω means pay, while πληρώνομαι means be paid: πληρώνομαι την Παρασκευή means “I get paid on Friday”.

πληρώνω means to pay; πληρώνομαι means to be paid.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πληρώνω πληρώνομαι
εσύ — you πληρώνεις πληρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πληρώνει πληρώνεται
εμείς — we πληρώνουμε, πληρώνομε πληρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πληρώνετε πληρώνεστε, πληρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πληρώνουν(ε) πληρώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πλήρωνα πληρωνόμουν(α)
εσύ — you πλήρωνες πληρωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλήρωνε πληρωνόταν(ε)
εμείς — we πληρώναμε πληρωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πληρώνατε πληρωνόσαστε, πληρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλήρωναν, πληρώναν(ε) πληρώνονταν, πληρωνόντανε, πληρωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πλήρωσα πληρώθηκα
εσύ — you πλήρωσες πληρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλήρωσε πληρώθηκε
εμείς — we πληρώσαμε πληρωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πληρώσατε πληρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλήρωσαν, πληρώσαν(ε) πληρώθηκαν, πληρωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πληρώσει έχω πληρωθεί
εσύ — you έχεις πληρώσει έχεις πληρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πληρώσει έχει πληρωθεί
εμείς — we έχουμε πληρώσει έχουμε πληρωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πληρώσει έχετε πληρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πληρώσει έχουν πληρωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πληρώσει είχα πληρωθεί
εσύ — you είχες πληρώσει είχες πληρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πληρώσει είχε πληρωθεί
εμείς — we είχαμε πληρώσει είχαμε πληρωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πληρώσει είχατε πληρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πληρώσει είχαν πληρωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πληρώνω θα πληρώνομαι
εσύ — you θα πληρώνεις θα πληρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πληρώνει θα πληρώνεται
εμείς — we θα πληρώνουμε, θα πληρώνομε θα πληρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πληρώνετε θα πληρώνεστε, θα πληρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πληρώνουν(ε) θα πληρώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πληρώσω θα πληρωθώ
εσύ — you θα πληρώσεις θα πληρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πληρώσει θα πληρωθεί
εμείς — we θα πληρώσουμε, θα πληρώσομε θα πληρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πληρώσετε θα πληρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πληρώσουν θα πληρωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πληρώσει θα έχω πληρωθεί
εσύ — you θα έχεις πληρώσει θα έχεις πληρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πληρώσει θα έχει πληρωθεί
εμείς — we θα έχουμε πληρώσει θα έχουμε πληρωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πληρώσει θα έχετε πληρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πληρώσει θα έχουν πληρωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πληρώνω να πληρώνομαι
εσύ — you να πληρώνεις να πληρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πληρώνει να πληρώνεται
εμείς — we να πληρώνουμε, να πληρώνομε να πληρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πληρώνετε να πληρώνεστε, να πληρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πληρώνουν(ε) να πληρώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πληρώσω να πληρωθώ
εσύ — you να πληρώσεις να πληρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πληρώσει να πληρωθεί
εμείς — we να πληρώσουμε, να πληρώσομε να πληρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να πληρώσετε να πληρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πληρώσουν(ε) να πληρωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πληρώσει να έχω πληρωθεί
εσύ — you να έχεις πληρώσει να έχεις πληρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πληρώσει να έχει πληρωθεί
εμείς — we να έχουμε πληρώσει να έχουμε πληρωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πληρώσει να έχετε πληρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πληρώσει να έχουν πληρωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous πλήρωνε πληρώνετε — πληρώνεστε
Simple πλήρωσε πληρώστε πληρώσου πληρωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Do not confuse πληρώνω, “pay”, with learned πληρώ, “fulfil/meet requirements”.

Πλήρωσα τον λογαριασμό.

I paid the bill.

Πληρώνομαι κάθε μήνα.

I am paid every month.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πληρώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/plirono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /plirono/