Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

πληγώνω — to wound; to hurt

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πληγώνω means to wound or hurt, physically or emotionally. πληγώνομαι means to be wounded or feel hurt.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πληγώνω πληγώνομαι
εσύ — you πληγώνεις πληγώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πληγώνει πληγώνεται
εμείς — we πληγώνουμε, πληγώνομε πληγωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πληγώνετε πληγώνεστε, πληγωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πληγώνουν(ε) πληγώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πλήγωνα πληγωνόμουν(α)
εσύ — you πλήγωνες πληγωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλήγωνε πληγωνόταν(ε)
εμείς — we πληγώναμε πληγωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πληγώνατε πληγωνόσαστε, πληγωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλήγωναν, πληγώναν(ε) πληγώνονταν, πληγωνόντανε, πληγωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πλήγωσα πληγώθηκα
εσύ — you πλήγωσες πληγώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πλήγωσε πληγώθηκε
εμείς — we πληγώσαμε πληγωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πληγώσατε πληγωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πλήγωσαν, πληγώσαν(ε) πληγώθηκαν, πληγωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πληγώσει έχω πληγωθεί
εσύ — you έχεις πληγώσει έχεις πληγωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πληγώσει έχει πληγωθεί
εμείς — we έχουμε πληγώσει έχουμε πληγωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πληγώσει έχετε πληγωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πληγώσει έχουν πληγωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πληγώσει είχα πληγωθεί
εσύ — you είχες πληγώσει είχες πληγωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πληγώσει είχε πληγωθεί
εμείς — we είχαμε πληγώσει είχαμε πληγωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πληγώσει είχατε πληγωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πληγώσει είχαν πληγωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πληγώνω θα πληγώνομαι
εσύ — you θα πληγώνεις θα πληγώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πληγώνει θα πληγώνεται
εμείς — we θα πληγώνουμε, θα πληγώνομε θα πληγωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πληγώνετε θα πληγώνεστε, θα πληγωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πληγώνουν(ε) θα πληγώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πληγώσω θα πληγωθώ
εσύ — you θα πληγώσεις θα πληγωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πληγώσει θα πληγωθεί
εμείς — we θα πληγώσουμε, θα πληγώσομε θα πληγωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πληγώσετε θα πληγωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πληγώσουν θα πληγωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πληγώσει θα έχω πληγωθεί
εσύ — you θα έχεις πληγώσει θα έχεις πληγωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πληγώσει θα έχει πληγωθεί
εμείς — we θα έχουμε πληγώσει θα έχουμε πληγωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πληγώσει θα έχετε πληγωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πληγώσει θα έχουν πληγωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πληγώνω να πληγώνομαι
εσύ — you να πληγώνεις να πληγώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πληγώνει να πληγώνεται
εμείς — we να πληγώνουμε, να πληγώνομε να πληγωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πληγώνετε να πληγώνεστε, να πληγωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πληγώνουν(ε) να πληγώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πληγώσω να πληγωθώ
εσύ — you να πληγώσεις να πληγωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πληγώσει να πληγωθεί
εμείς — we να πληγώσουμε, να πληγώσομε να πληγωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να πληγώσετε να πληγωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πληγώσουν(ε) να πληγωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πληγώσει να έχω πληγωθεί
εσύ — you να έχεις πληγώσει να έχεις πληγωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πληγώσει να έχει πληγωθεί
εμείς — we να έχουμε πληγώσει να έχουμε πληγωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πληγώσει να έχετε πληγωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πληγώσει να έχουν πληγωθεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τα λόγια του με πλήγωσαν.

His words hurt me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πληγώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pligono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /pligono/