Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
νοικιάζω means to rent or hire something, or to rent it out. Context distinguishes tenant from landlord. The passive means to be rented.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | νοικιάζω | νοικιάζομαι |
| εσύ — you | νοικιάζεις | νοικιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | νοικιάζει | νοικιάζεται |
| εμείς — we | νοικιάζουμε, νοικιάζομε | νοικιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | νοικιάζετε | νοικιάζεστε, νοικιαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | νοικιάζουν(ε) | νοικιάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | νοίκιαζα | νοικιαζόμουν(α) |
| εσύ — you | νοίκιαζες | νοικιαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | νοίκιαζε | νοικιαζόταν(ε) |
| εμείς — we | νοικιάζαμε | νοικιαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | νοικιάζατε | νοικιαζόσαστε, νοικιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | νοίκιαζαν, νοικιάζαν(ε) | νοικιάζονταν, νοικιαζόντανε, νοικιαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | νοίκιασα | νοικιάστηκα |
| εσύ — you | νοίκιασες | νοικιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | νοίκιασε | νοικιάστηκε |
| εμείς — we | νοικιάσαμε | νοικιαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | νοικιάσατε | νοικιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | νοίκιασαν, νοικιάσαν(ε) | νοικιάστηκαν, νοικιαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω νοικιάσει | έχω νοικιαστεί |
| εσύ — you | έχεις νοικιάσει | έχεις νοικιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει νοικιάσει | έχει νοικιαστεί |
| εμείς — we | έχουμε νοικιάσει | έχουμε νοικιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε νοικιάσει | έχετε νοικιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν νοικιάσει | έχουν νοικιαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα νοικιάσει | είχα νοικιαστεί |
| εσύ — you | είχες νοικιάσει | είχες νοικιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε νοικιάσει | είχε νοικιαστεί |
| εμείς — we | είχαμε νοικιάσει | είχαμε νοικιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε νοικιάσει | είχατε νοικιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν νοικιάσει | είχαν νοικιαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα νοικιάζω | θα νοικιάζομαι |
| εσύ — you | θα νοικιάζεις | θα νοικιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα νοικιάζει | θα νοικιάζεται |
| εμείς — we | θα νοικιάζουμε, θα νοικιάζομε | θα νοικιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα νοικιάζετε | θα νοικιάζεστε, θα νοικιαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα νοικιάζουν(ε) | θα νοικιάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα νοικιάσω | θα νοικιαστώ |
| εσύ — you | θα νοικιάσεις | θα νοικιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα νοικιάσει | θα νοικιαστεί |
| εμείς — we | θα νοικιάσουμε, θα νοικιάσομε | θα νοικιαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα νοικιάσετε | θα νοικιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα νοικιάσουν(ε) | θα νοικιαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω νοικιάσει | θα έχω νοικιαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις νοικιάσει | θα έχεις νοικιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει νοικιάσει | θα έχει νοικιαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε νοικιάσει | θα έχουμε νοικιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε νοικιάσει | θα έχετε νοικιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν νοικιάσει | θα έχουν νοικιαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να νοικιάζω | να νοικιάζομαι |
| εσύ — you | να νοικιάζεις | να νοικιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να νοικιάζει | να νοικιάζεται |
| εμείς — we | να νοικιάζουμε, να νοικιάζομε | να νοικιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να νοικιάζετε | να νοικιάζεστε, να νοικιαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να νοικιάζουν(ε) | να νοικιάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να νοικιάσω | να νοικιαστώ |
| εσύ — you | να νοικιάσεις | να νοικιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να νοικιάσει | να νοικιαστεί |
| εμείς — we | να νοικιάσουμε, να νοικιάσομε | να νοικιαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να νοικιάσετε | να νοικιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να νοικιάσουν(ε) | να νοικιαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω νοικιάσει | να έχω νοικιαστεί |
| εσύ — you | να έχεις νοικιάσει | να έχεις νοικιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει νοικιάσει | να έχει νοικιαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε νοικιάσει | να έχουμε νοικιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε νοικιάσει | να έχετε νοικιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν νοικιάσει | να έχουν νοικιαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: νοίκιαζε / νοικιάζετε.
Simple: νοίκιασε (εσύ); νοικιάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The passive usually refers to property or objects. A person who rents a home uses active νοικιάζω, not the literal passive “I am rented”.
Νοίκιασα ένα αυτοκίνητο.
I rented a car.
Το σπίτι νοικιάστηκε.
The house was rented.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — νοικιάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/noikiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/noikiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.