Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

νοικιάζω — to rent

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

νοικιάζω means to rent or hire something, or to rent it out. Context distinguishes tenant from landlord. The passive means to be rented.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νοικιάζω νοικιάζομαι
εσύ — you νοικιάζεις νοικιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νοικιάζει νοικιάζεται
εμείς — we νοικιάζουμε, νοικιάζομε νοικιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) νοικιάζετε νοικιάζεστε, νοικιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νοικιάζουν(ε) νοικιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νοίκιαζα νοικιαζόμουν(α)
εσύ — you νοίκιαζες νοικιαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νοίκιαζε νοικιαζόταν(ε)
εμείς — we νοικιάζαμε νοικιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) νοικιάζατε νοικιαζόσαστε, νοικιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they νοίκιαζαν, νοικιάζαν(ε) νοικιάζονταν, νοικιαζόντανε, νοικιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νοίκιασα νοικιάστηκα
εσύ — you νοίκιασες νοικιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νοίκιασε νοικιάστηκε
εμείς — we νοικιάσαμε νοικιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) νοικιάσατε νοικιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νοίκιασαν, νοικιάσαν(ε) νοικιάστηκαν, νοικιαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω νοικιάσει έχω νοικιαστεί
εσύ — you έχεις νοικιάσει έχεις νοικιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει νοικιάσει έχει νοικιαστεί
εμείς — we έχουμε νοικιάσει έχουμε νοικιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε νοικιάσει έχετε νοικιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν νοικιάσει έχουν νοικιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα νοικιάσει είχα νοικιαστεί
εσύ — you είχες νοικιάσει είχες νοικιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε νοικιάσει είχε νοικιαστεί
εμείς — we είχαμε νοικιάσει είχαμε νοικιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε νοικιάσει είχατε νοικιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν νοικιάσει είχαν νοικιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα νοικιάζω θα νοικιάζομαι
εσύ — you θα νοικιάζεις θα νοικιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα νοικιάζει θα νοικιάζεται
εμείς — we θα νοικιάζουμε, θα νοικιάζομε θα νοικιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα νοικιάζετε θα νοικιάζεστε, θα νοικιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα νοικιάζουν(ε) θα νοικιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα νοικιάσω θα νοικιαστώ
εσύ — you θα νοικιάσεις θα νοικιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα νοικιάσει θα νοικιαστεί
εμείς — we θα νοικιάσουμε, θα νοικιάσομε θα νοικιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα νοικιάσετε θα νοικιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα νοικιάσουν(ε) θα νοικιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω νοικιάσει θα έχω νοικιαστεί
εσύ — you θα έχεις νοικιάσει θα έχεις νοικιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει νοικιάσει θα έχει νοικιαστεί
εμείς — we θα έχουμε νοικιάσει θα έχουμε νοικιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε νοικιάσει θα έχετε νοικιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν νοικιάσει θα έχουν νοικιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να νοικιάζω να νοικιάζομαι
εσύ — you να νοικιάζεις να νοικιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να νοικιάζει να νοικιάζεται
εμείς — we να νοικιάζουμε, να νοικιάζομε να νοικιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να νοικιάζετε να νοικιάζεστε, να νοικιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να νοικιάζουν(ε) να νοικιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να νοικιάσω να νοικιαστώ
εσύ — you να νοικιάσεις να νοικιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να νοικιάσει να νοικιαστεί
εμείς — we να νοικιάσουμε, να νοικιάσομε να νοικιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να νοικιάσετε να νοικιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να νοικιάσουν(ε) να νοικιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω νοικιάσει να έχω νοικιαστεί
εσύ — you να έχεις νοικιάσει να έχεις νοικιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει νοικιάσει να έχει νοικιαστεί
εμείς — we να έχουμε νοικιάσει να έχουμε νοικιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε νοικιάσει να έχετε νοικιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν νοικιάσει να έχουν νοικιαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: νοίκιαζε / νοικιάζετε.

Simple: νοίκιασε (εσύ); νοικιάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The passive usually refers to property or objects. A person who rents a home uses active νοικιάζω, not the literal passive “I am rented”.

Νοίκιασα ένα αυτοκίνητο.

I rented a car.

Το σπίτι νοικιάστηκε.

The house was rented.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — νοικιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/noikiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /noikiazo/