Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
νικάω / νικώ means to win or defeat someone. νικιέμαι means to be defeated.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | νικάω, νικώ | νικιέμαι |
| εσύ — you | νικάς | νικιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | νικάει, νικά | νικιέται |
| εμείς — we | νικάμε, νικούμε | νικιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | νικάτε | νικιέστε, νικιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | νικάν(ε), νικούν(ε) | νικιούνται, νικιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | νικούσα, νίκαγα | νικιόμουν(α) |
| εσύ — you | νικούσες, νίκαγες | νικιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | νικούσε, νίκαγε | νικιόταν(ε) |
| εμείς — we | νικούσαμε, νικάγαμε | νικιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | νικούσατε, νικάγατε | νικιόσαστε, νικιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | νικούσαν(ε), νίκαγαν, νικάγανε | νικιόνταν(ε), νικιούνταν, νικιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | νίκησα | νικήθηκα |
| εσύ — you | νίκησες | νικήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | νίκησε | νικήθηκε |
| εμείς — we | νικήσαμε | νικηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | νικήσατε | νικηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | νίκησαν, νικήσαν(ε) | νικήθηκαν, νικηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω νικήσει | έχω νικηθεί |
| εσύ — you | έχεις νικήσει | έχεις νικηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει νικήσει | έχει νικηθεί |
| εμείς — we | έχουμε νικήσει | έχουμε νικηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε νικήσει | έχετε νικηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν νικήσει | έχουν νικηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα νικήσει | είχα νικηθεί |
| εσύ — you | είχες νικήσει | είχες νικηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε νικήσει | είχε νικηθεί |
| εμείς — we | είχαμε νικήσει | είχαμε νικηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε νικήσει | είχατε νικηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν νικήσει | είχαν νικηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα νικάω, θα νικώ | θα νικιέμαι |
| εσύ — you | θα νικάς | θα νικιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα νικάει, θα νικά | θα νικιέται |
| εμείς — we | θα νικάμε, θα νικούμε | θα νικιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα νικάτε | θα νικιέστε, θα νικιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα νικάν(ε), θα νικούν(ε) | θα νικιούνται, θα νικιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα νικήσω | θα νικηθώ |
| εσύ — you | θα νικήσεις | θα νικηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα νικήσει | θα νικηθεί |
| εμείς — we | θα νικήσουμε, θα νικήσομε | θα νικηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα νικήσετε | θα νικηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα νικήσουν(ε) | θα νικηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω νικήσει | θα έχω νικηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις νικήσει | θα έχεις νικηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει νικήσει | θα έχει νικηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε νικήσει | θα έχουμε νικηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε νικήσει | θα έχετε νικηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν νικήσει | θα έχουν νικηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να νικάω, να νικώ | να νικιέμαι |
| εσύ — you | να νικάς | να νικιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να νικάει, να νικά | να νικιέται |
| εμείς — we | να νικάμε, να νικούμε | να νικιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να νικάτε | να νικιέστε, να νικιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να νικάν(ε), να νικούν(ε) | να νικιούνται, να νικιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να νικήσω | να νικηθώ |
| εσύ — you | να νικήσεις | να νικηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να νικήσει | να νικηθεί |
| εμείς — we | να νικήσουμε, να νικήσομε | να νικηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να νικήσετε | να νικηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να νικήσουν(ε) | να νικηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω νικήσει | να έχω νικηθεί |
| εσύ — you | να έχεις νικήσει | να έχεις νικηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει νικήσει | να έχει νικηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε νικήσει | να έχουμε νικηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε νικήσει | να έχετε νικηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν νικήσει | να έχουν νικηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: νίκα / νικάτε.
Simple: νίκησε (εσύ); νικήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Η ομάδα μας νίκησε.
Our team won.
Νικήσαμε τον αντίπαλο.
We defeated the opponent.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — νικάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/nikao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/nikao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.