Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

νικάω — to win; to defeat

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

νικάω / νικώ means to win or defeat someone. νικιέμαι means to be defeated.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νικάω, νικώ νικιέμαι
εσύ — you νικάς νικιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νικάει, νικά νικιέται
εμείς — we νικάμε, νικούμε νικιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) νικάτε νικιέστε, νικιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νικάν(ε), νικούν(ε) νικιούνται, νικιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νικούσα, νίκαγα νικιόμουν(α)
εσύ — you νικούσες, νίκαγες νικιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νικούσε, νίκαγε νικιόταν(ε)
εμείς — we νικούσαμε, νικάγαμε νικιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) νικούσατε, νικάγατε νικιόσαστε, νικιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they νικούσαν(ε), νίκαγαν, νικάγανε νικιόνταν(ε), νικιούνταν, νικιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I νίκησα νικήθηκα
εσύ — you νίκησες νικήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νίκησε νικήθηκε
εμείς — we νικήσαμε νικηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) νικήσατε νικηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νίκησαν, νικήσαν(ε) νικήθηκαν, νικηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω νικήσει έχω νικηθεί
εσύ — you έχεις νικήσει έχεις νικηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει νικήσει έχει νικηθεί
εμείς — we έχουμε νικήσει έχουμε νικηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε νικήσει έχετε νικηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν νικήσει έχουν νικηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα νικήσει είχα νικηθεί
εσύ — you είχες νικήσει είχες νικηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε νικήσει είχε νικηθεί
εμείς — we είχαμε νικήσει είχαμε νικηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε νικήσει είχατε νικηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν νικήσει είχαν νικηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα νικάω, θα νικώ θα νικιέμαι
εσύ — you θα νικάς θα νικιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα νικάει, θα νικά θα νικιέται
εμείς — we θα νικάμε, θα νικούμε θα νικιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα νικάτε θα νικιέστε, θα νικιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα νικάν(ε), θα νικούν(ε) θα νικιούνται, θα νικιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα νικήσω θα νικηθώ
εσύ — you θα νικήσεις θα νικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα νικήσει θα νικηθεί
εμείς — we θα νικήσουμε, θα νικήσομε θα νικηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα νικήσετε θα νικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα νικήσουν(ε) θα νικηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω νικήσει θα έχω νικηθεί
εσύ — you θα έχεις νικήσει θα έχεις νικηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει νικήσει θα έχει νικηθεί
εμείς — we θα έχουμε νικήσει θα έχουμε νικηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε νικήσει θα έχετε νικηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν νικήσει θα έχουν νικηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να νικάω, να νικώ να νικιέμαι
εσύ — you να νικάς να νικιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να νικάει, να νικά να νικιέται
εμείς — we να νικάμε, να νικούμε να νικιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να νικάτε να νικιέστε, να νικιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να νικάν(ε), να νικούν(ε) να νικιούνται, να νικιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να νικήσω να νικηθώ
εσύ — you να νικήσεις να νικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να νικήσει να νικηθεί
εμείς — we να νικήσουμε, να νικήσομε να νικηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να νικήσετε να νικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να νικήσουν(ε) να νικηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω νικήσει να έχω νικηθεί
εσύ — you να έχεις νικήσει να έχεις νικηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει νικήσει να έχει νικηθεί
εμείς — we να έχουμε νικήσει να έχουμε νικηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε νικήσει να έχετε νικηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν νικήσει να έχουν νικηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: νίκα / νικάτε.

Simple: νίκησε (εσύ); νικήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η ομάδα μας νίκησε.

Our team won.

Νικήσαμε τον αντίπαλο.

We defeated the opponent.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — νικάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/nikao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /nikao/